«Πήρα τη Σελάντε και μερικές φίλες της στην υπηρεσία μου». Η Φάιλε μιλούσε ανάλαφρα, αλλά ξαφνικά φάνηκε να κατακλύζεται από ομιχλώδη κύματα επιφύλαξης. «Αργά ή γρήγορα, θα είχαν προβλήματα στην πόλη. Χρειάζονται κάποιον να τις κατευθύνει. Δες το ως αγαθοεργία. Δεν θα τις αφήσω να μπλεχτούν στα πόδια σου».
Ο Πέριν αναστέναξε κι έξυσε τη γενειάδα του. Ένας συνετός άντρας ποτέ δεν έλεγε καταπρόσωπο στη γυναίκα του ότι του κρύβει διάφορα πράγματα. Ειδικά όταν επρόκειτο για τη Φάιλε, η οποία σύντομα θα γινόταν εξίσου φοβερή με τη μητέρα της. Αν, δηλαδή, δεν ήταν ήδη. Να μπλεχτούν στα πόδια του; Πόσες από αυτές τις... μαριονέτες... είχε πάρει υπό την προστασία της; «Είναι όλα έτοιμα; Όπου να ’ναι, όλο και κάποιος ηλίθιος θα αποφασίσει να κάνει τον καλό στον Ραντ, πηγαίνοντάς του το κεφάλι μου. Θα επιθυμούσα να έχω φύγει προτού συμβεί αυτό». Ένα βαθύ γρύλισμα βγήκε από το λαρύγγι του Άραμ.
«Κανείς δεν πρόκειται να σου πάρει το κεφάλι, άντρα μου». Η Φάιλε τού έδειξε τα κατάλευκα δόντια της και συνέχισε μιλώντας ψιθυριστά, τόσο ώστε να μπορεί να την ακούει. «Εκτός από μένα, ίσως». Ύστερα, με φυσιολογική φωνή, είπε: «Είμαστε έτοιμοι».
Σε μια επίπεδη κοιλότητα, πέρα από τα δέντρα, οι άντρες των Δύο Ποταμών στέκονταν ανά ζεύγη πλάι στα άλογά τους, σχηματίζοντας μια φιδογυριστή φάλαγγα που χανόταν πίσω από την πλαγιά του λόφου. Ο Πέριν αναστέναζε ξανά. Το κόκκινο λάβαρο της λυκοκεφαλής κι ο Κόκκινος Αετός της Μανέθερεν αναδεύονταν ελαφρά στη ζεστή αύρα, στην κορυφή της φάλαγγας. Ίσως να υπήρχε άλλη μια ντουζίνα Κόρες που περίμεναν καθισμένες ανακούρκουδα δίπλα στα λάβαρα. Από την άλλη, ο Πέριν σπάνια είχε προσέξει σε Αελίτη τόσο δύστροπη έκφραση σαν αυτή που είχε πάρει τώρα ο Γκαούλ.
Καθώς ξεπέζευε, δύο μαυροντυμένοι άντρες τον πλησίασαν και τον χαιρέτησαν βάζοντας τη γροθιά τους στο μέρος της καρδιάς. «Άρχοντα Πέριν», είπε ο Τζουρ Γκρέηντυ. «Είμαστε εδώ από χτες το βράδυ. Όλα είναι έτοιμα».
Το μαραζωμένο πρόσωπο του Γκρέηντυ, χαρακτηριστικό ι:νός αγρότη, έκανε τον Πέριν να νιώθει σχεδόν άνετα μαζί του, αλλά ο Φάγκερ Νιλντ ήταν διαφορετικό ζήτημα. Ίσως δέκα χρόνια νεότερος από τον Γκρέηντυ, θα μπορούσε κάλλιστα να ι:ίναι κι αυτός αγρότης, ωστόσο διέθετε έναν αέρα κι ήταν γεμάτος σκέρτσο. Το πρόσωπό του στολιζόταν από ένα αξιολύπητο μουστάκι που το είχε αφήσει να αναπτυχθεί, έτσι ώστε να γίνει μυτερό στις άκρες. Ο Γκρέηντυ ήταν ένας από τους Αφοσιωμένους, ένας Στρατιώτης, παρά το ότι δεν είχε καρφιτσωμένο στο πέτο του το ασημένιο ξίφος· αυτό, όμως, δεν του αφαιρούσε το δικαίωμα να μιλάει. «Άρχοντα Πέριν, είναι όντως αναγκαίο να πάρουμε μαζί μας αυτές τις γυναίκες; Μόνο προβλήματα θα δημιουργήσουν, και το ξέρεις πολύ καλά».
Κάποιες από τις γυναίκες για τις οποίες μιλούσε στέκονταν αρκετά κοντά στους Διποταμίτες, με τις εσάρπες διπλωμένες πάνω στα μπράτσα τους. Η Εντάρα έμοιαζε η πιο ηλικιωμένη από τις έξι Σοφές που παρακολουθούσαν ανέκφραστες τις δύο γυναίκες τις οποίες είχε υποδείξει με ένα νεύμα ο Νιλντ. Η αλήθεια ήταν πως αυτές οι δύο απασχολούσαν πολύ και τον ίδιο τον Πέριν. Η Σέονιντ Τράιγκαν, παγερή κι απρόσιτη, ντυμένη με πράσινο μετάξι, πάσχιζε απεγνωσμένα να αγνοήσει τις Αελίτισσες· οι περισσότερες Καιρχινές που δεν προσποιούνταν πως ήταν Αελίτισσες τις περιφρονούσαν. Όταν, όμως, πρόσεξε τον Πέριν, πήρε τα γκέμια του καστανοκόκκινου αλόγου της με το άλλο χέρι και σκούντησε στα πλευρά τη Μασούρι Σοκάγουα. Η Μασούρι, ξαφνιασμένη -φαίνεται πως οι αδελφές του Καφέ Άτζα ονειροπολούσαν συχνά- κοίταξε με κενό βλέμμα την Πράσινη αδελφή κι έπειτα έστρεψε τη ματιά της στον Πέριν. Κάπως έτσι θα κοίταζε ένα περίεργο ή επικίνδυνο ζώο, για να βεβαιωθεί τι ήταν πριν το αποτελειώσει. Είχαν ορκιστεί να υπακούουν στον Ραντ αλ'Θόρ, αλλά πώς ήταν δυνατόν να υπακούουν στον Πέριν Αϋμπάρα; Το να δίνει κάποιος διαταγές στις Άες Σεντάι έμοιαζε αφύσικο. Μα καλύτερο από το να ίσχυε το αντίθετο.
«Θα έρθουν μαζί μας όλοι», είπε ο Πέριν. «Ας την κοπανήσουμε προτού μας δουν». Η Φάιλε ρουθούνισε.
Ο Γκρέηντυ με τον Νιλντ χαιρέτησαν ξανά και κατευθύνθηκαν καταμεσής της άδεντρης περιοχής. Ο Πέριν δεν είχε ιδέα ποιος από τους δύο κανόνισε να γίνουν τα απαραίτητα, αλλά ξαφνικά η -γνώριμη, πλέον- ασημιά κάθετη αστραπή στον αέρα περιστράφηκε μέχρι που έγινε πύλη, αν κι όχι αρκετά ψηλή για να χωρέσει κανείς. Μέσα από το άνοιγμα διακρίνονταν δέντρα, όχι πολύ διαφορετικά από αυτά που φύτρωναν στους γύρω λόφους. Ο Γκρέηντυ έκανε να περάσει από το άνοιγμα, αλλά η Σούλιν με μια μικρή ορδή πεπλοφόρων Κορών κόντεψαν να τον ρίξουν κάτω. Φαίνεται πως είχαν ορίσει μόνες τους το προνόμιο να περάσουν πρώτες από την πύλη, και δεν σκόπευαν να αφήσουν οποιονδήποτε να το σφετεριστεί.