Выбрать главу

Με το μυαλό του απασχολημένο με εκατοντάδες προβλήματα που ίσως προέκυπταν στο μέλλον και τα οποία τώρα δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί, ο Πέριν οδήγησε τον Γοργοπόδη σε μια περιοχή ελάχιστα λοφώδη. Δεν υπήρχε κανένα ξέφωτο, αλλά δεν ήταν τόσο πυκνά δεντροφυτεμένη όπως το κοίλωμα στην Καιρχίν· τα σκόρπια δέντρα, ωστόσο, ήταν ψηλότερα και εξίσου μαραμένα, ακόμα και τα πεύκα. Δεν αναγνώρισε άλλα, εκτός από μερικές βελανιδιές και χαμοδάφνες. Ο αέρας έμοιαζε κάπως πιο ζεστός.

Η Φάιλε τον ακολούθησε, αλλά όταν αυτός στράφηκε αριστερά, εκείνη έστρεψε τη Σουώλλοου δεξιά. Το κεφάλι του Άραμ κοίταζε τριγύρω ανήσυχα, πότε τον έναν και πότε τον άλλον, μέχρι που ο Πέριν τού έκανε νόημα να ακολουθήσει τη γυναίκα του. Ο πάλαι ποτέ Μάστορας σπιρούνισε το ευνουχισμένο του ζώο ξοπίσω της, αλλά, όσο γρήγορος κι αν ήταν, δεν πρόλαβε να περάσει πριν από την Μπάιν και την Τσιάντ, που φορούσαν ακόμη τα πέπλα. Παρά τις διαταγές του Πέριν ότι έπρεπε να ακολουθήσουν οι άντρες των Δύο Ποταμών, η Σελάντε μαζί με δύο ντουζίνες νεαρές Καιρχινές και Δακρυνές ξεχύθηκαν από την πύλη τραβώντας μαζί και τα άλογά τους. Δύο ντουζίνες! Κουνώντας το κεφάλι του, ο Πέριν στάθηκε πλάι στον Γκρέηντυ που έστρεφε το βλέμμα του παντού, μελετώντας τον αραιοσπαρμένο δασότοπο.

Ο Γκαούλ ήρθε, αγέρωχος, καθώς ο Ντάνιλ άρχισε να οδηγεί γοργά τους άντρες των Δύο Ποταμών τραβώντας τα άλογά τους. Αυτά τα καταραμένα λάβαρα εμφανίστηκαν ακριβώς πίσω από τον Ντάνιλ κι υψώθηκαν σχεδόν με το που βγήκαν από την άλλη μεριά. Αυτός ο άνθρωπος έπρεπε να ξυρίσει τα ηλίθια μουστάκια του το συντομότερο.

«Οι γυναίκες είναι απίστευτες», μουρμούρισε ο Γκαούλ.

Ο Πέριν άνοιξε το στόμα του να υπερασπιστεί τη Φάιλε, αλλά αντιλήφθηκε πως ο άντρας αγριοκοίταζε την Μπάιν και την Τσιάντ. Για να μη φανεί ανόητος, τον ρώτησε: «Είσαι παντρεμένος, Γκρέηντυ;»

«Με τη Σόρα», απάντησε αυτός αφηρημένα, εξακολουθώντας να έχει την προσοχή του στραμμένη στα γύρω δέντρα. Ο Πέριν θα έβαζε στοίχημα πως σίγουρα ήλεγχε τη Δύναμη. Οποιοσδήποτε μπορούσε να δει μακριά εδώ, συγκριτικά με τα δάση που άφησαν πίσω τους, αλλά όλο και κάποιος θα μπορούσε να σε πλησιάσει χωρίς να πάρεις χαμπάρι τίποτα. «Της λείπω», συνέχισε ο Γκρέηντυ, μονολογώντας σχεδόν. «Είναι από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνεις να αναγνωρίζεις. Πάντως, πολύ θα ήθελα να ξέρω γιατί πονάει το γόνατο της».

«Το γόνατο της πονάει», είπε ξερά ο Πέριν. «Πονάει αυτή τη στιγμή».

Ο Γκρέηντυ συνειδητοποίησε πως κι οι άλλοι δύο κοιτούσαν μπροστά. Βλεφάρισε και συνέχισε να κοιτάει εξεταστικά. «Συγχώρεσέ με, Άρχοντα Πέριν, αλλά χρειάζεται να επαγρυπνώ». Για αρκετή ώρα δεν είπε τίποτα και μετά άρχισε να μιλάει σιγανά. «Πρόκειται για κάτι που μελέτησε ένας τύπος ονόματι Κάνλερ. Οι Μ'Χαήλ δεν αρέσκονται να προσπαθούμε να ανακαλύπτουμε πράγματα από μόνοι μας, αλλά από τη στιγμή που έγινε...» Η ελαφριά γκριμάτσα του υποδήλωνε πως ακόμα κι ο Τάιμ δεν ήταν και τόσο άνετος όσον αφορούσε σε αυτό το θέμα. «Πιστεύουμε πως πρόκειται για κάτι σαν τον δεσμό μεταξύ Προμάχων κι Άες Σεντάι. Ίσως ο ένας στους τρεις μας να είναι παντρεμένος. Όπως και να έχει, να γιατί τόσο πολλές σύζυγοι παραμένουν, αντί να το βάλουν στα πόδια μόλις μάθουν τι ακριβώς ήταν οι σύζυγοί τους. Με αυτόν τον τρόπο, όταν είσαι μακριά της, ξέρεις ότι είναι καλά και ξέρει κι αυτή ότι είσαι κι εσύ καλά. Σε έναν άντρα αρέσει να ξέρει πως η γυναίκα του είναι ασφαλής».

«Σίγουρα», αποκρίθηκε ο Πέριν. Τι δουλειά είχε η Φάιλε με αυτούς τους τρελούς; Ήταν καβάλα στη Σουώλλοου τώρα, κι όλοι είχαν μαζευτεί τριγύρω, κοιτώντας τη. Δεν το είχε σε τίποτα να αρχίσει να λέει κι αυτή τέτοιες σαχλαμάρες περί τζι'ε'τόχ.

Η Σέονιντ κι η Μασούρι γλίστρησαν πίσω από τους τελευταίους Διποταμίτες μαζί με τους τρεις Προμάχους που είχαν ανάμεσά τους και τις Σοφές ακριβώς πίσω τους, πράγμα διόλου παράξενο. Σκοπός τους ήταν να προσέχουν τις Άες Σεντάι. Η Σέονιντ τράβηξε τα γκέμια, λες κι ήταν έτοιμη να ιππεύσει, αλλά η Εντάρα είπε κάτι χαμηλόφωνα δείχνοντας μια χοντρή γερτή βελανιδιά, κι οι δύο Άες Σεντάι την κοίταξαν στρέφοντας συγχρόνως τα κεφάλι τους, αντάλλαξαν ματιές κι οδήγησαν τα άλογά τους προς το δέντρο. Τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο άνετα, αν οι δυο τους ήταν πάντα τόσο μειλίχιες - αν κι η λέξη «μειλίχιες» δεν ήταν η καταλληλότερη. Ο λαιμός της Σέονιντ ήταν άκαμπτος σαν βέργα.