Выбрать главу

Ύστερα ακολούθησαν οι εφεδρείες, μια ορδή πρόσθετων αλόγων δεμένων ανά δέκα σε λουριά, υπό το άγρυπνο βλέμμα του λαού των περιοχών που ελέγχονταν από τον Ντομπραίν, οι οποίοι υποτίθεται πως ήξεραν τι έκαναν. Ο Πέριν διάλεξε αυτόματα τον Αναχαιτιστή, αρχηγικό άλογο από μόνο του· η γυναίκα που τον φρόντιζε θα έπρεπε να ξέρει καλά τη δουλειά της, για το δικό της καλό. Κάμποσες καρότσες με τεράστιους τροχούς, οι οποίες κουβαλούσαν εφόδια, πέρασαν από την πύλη, καθώς κι οδηγοί που έσερναν τα άλογα φωνάζοντας, λες και φοβούνταν ότι η πύλη θα έκλεινε προτού περάσουν - αν κι ο κυριότερος λόγος ήταν ότι οι καρότσες δεν μπορούσαν να κουβαλήσουν τόσα όσα οι άμαξες, προτιμούνταν όμως επειδή μια άμαξα με τους επιβάτες της πιθανόν να μη χωρούσε να περάσει. Φαίνεται πως ούτε ο Νιλντ ούτε ο Γκρέηντυ είχαν την ικανότητα να δημιουργήσουν μια πύλη αντίστοιχου μεγέθους εκείνων που έφτιαχναν ο Ραντ ή ο Ντασίβα.

Όταν κύλησε έξω και η τελευταία καρότσα, με τον άξονά της να στριγγλίζει, ο Πέριν σκέφτηκε πως είχε έρθει η ώρα να διατάξει τη φραγή της πύλης, αλλά ο Νιλντ την κρατούσε ακόμα ανοικτή, όντας ο ίδιος στην άλλη της πλευρά, στην Καιρχίν. Ένα λεπτό αργότερα, ήταν πια πολύ αργά.

Η Μπερελαίν πέρασε το άνοιγμα, οδηγώντας μια φοράδα τόσο λευκή όσο σκούρα ήταν η Σουώλλοου. Ο Πέριν ένιωθε ευγνωμοσύνη επειδή το γκρίζο φόρεμα ιππασίας της γυναίκας ήταν κλειστό μέχρι τον λαιμό. Από τη μέση και πάνω, ωστόσο, ήταν εφαρμοστό όπως κάθε Ταραμπονέζικο ρούχο. Ο Πέριν μούγκρισε. Μαζί της πέρασαν ο Νουρέλ κι ο Μπερτάιν Γκαλίν, ο Άρχοντας Ηγέτης των Φτερωτών Φρουρών της, ένας γκριζομάλλης τύπος που φορούσε μία καλύπτρα στο μάτι του όπως κάποιος άλλος θα φορούσε ένα φτερό στο καπέλο του. Ακολούθησαν οι Φτερωτοί Φρουροί με τις κόκκινες πανοπλίες, εννιακόσιοι περίπου από δαύτους. Ο Νουρέλ κι όσοι είχαν βρεθεί στα Πηγάδια του Ντουμάι φορούσαν μια κίτρινη ταινία δεμένη ψηλά στο αριστερό τους μπράτσο.

Ανεβασμένη στη φοράδα της, η Μπερελαίν κατευθύνθηκε στη μια πλευρά, δίπλα στον Γκαλίν, ενώ ο Νουρέλ παρέταξε τους Φτερωτούς Φρουρούς ανάμεσα στα δέντρα. Σχεδόν πενήντα βήματα και κάμποσα δέντρα μεσολαβούσαν ανάμεσα στην ίδια και στη Φάιλε, αλλά κατόρθωσε να βρει μια θέση όπου μπορούσε να κοιτάζει καταπρόσωπο την άλλη γυναίκα. Οι ματιές που αντάλλασσαν ήταν τόσο ανέκφραστες που ο Πέριν αισθάνθηκε να τον διαπερνά μια ανατριχίλα. Το να τοποθετήσει την Μπερελαίν στα μετόπισθεν, όσο πιο μακριά γινόταν από τη Φάιλε, ήταν καλή ιδέα, αλλά κάθε απόγευμα θα γίνονταν τα ίδια. Να σε πάρει η ευχή, Ραντ!

Ο Νιλντ πήδησε μέσα από την πύλη, χαϊδεύοντας το γελοίο μουστάκι του και κορδώνοντας το ανάστημά του για να τον καμαρώσουν καθώς το άνοιγμα έκλεινε. Κανείς δεν του έδωσε σημασία κι έτσι σκαρφάλωσε στο άλογό του με μια πικραμένη έκφραση να έχει χαραχθεί στο πρόσωπό του.

Ο Πέριν καβάλησε τον Γοργοπόδη και κάλπασε προς ένα μικρό ύψωμα. Εξαιτίας των δέντρων δεν μπορούσαν να τον δουν όλοι, αλλά αρκούσε που μπορούσαν να τον ακούσουν. Η συνάθροιση αναδεύτηκε καθώς σταμάτησε το άλογο του και μερικοί μετακινήθηκαν για να έχουν καλύτερη θέα.

«Απ' όσο γνωρίζουν οι κατάσκοποί μας στην Καιρχίν», είπε δυνατά, «εγώ εξορίστηκα, η Πρώτη του Μαγιέν βρίσκεται καθ' οδόν προς την πατρίδα της κι οι υπόλοιποι από εσάς εξαφανίστηκαν, έτσι απλά, σαν ομίχλη κάτω από τις ακτίνες του ήλιου».

Προς μεγάλη του έκπληξη, όλοι γέλασαν κι η ιαχή «Πέριν ο Χρυσομάτης» υψώθηκε στον αέρα, κι όχι μόνο από τον λαό των Δύο Ποταμών. Περίμενε να καταλαγιάσει το πλήθος, κάτι που δεν έγινε αμέσως. Η Φάιλε, όπως κι η Μπερελαίν, ούτε γελούσαν ούτε φώναζαν, παρά κουνούσαν απλώς τα κεφάλια τους. Καμιά τους δεν πίστευε ότι ο Πέριν έπρεπε να πει όσα σκόπευε. Και τότε, συνειδητοποίησαν η μία την παρουσία της άλλης και μαρμάρωσαν στη θέση τους, σαν να είχαν παγιδευτεί μέσα σε κεχριμπάρι. Δεν συνήθιζαν να συμφωνούν μεταξύ τους, κι έτσι δεν ήταν άξιο απορίας που κι οι δύο είχαν παρόμοια έκφραση όταν έστρεψαν τις ματιές τους προς το μέρος του. Υπάρχει μια παλιά παροιμία στους Δύο Ποταμούς, αν και το πώς θα την πεις και τι μπορεί να εννοείς εξαρτάται από τις δεδομένες συνθήκες κι από το ποιος είσαι. «Πάντα φταίει ο άντρας». Απ' όλα τα πράγματα, σε ένα μόνο οι γυναίκες ήταν αξεπέραστες: στο να διδάσκουν σε έναν άντρα να αναστενάζει.

«Κάποιοι από σας μπορεί να αναρωτιούνται πού βρισκόμαστε και για ποιον λόγο», συνέχισε όταν εντέλει επικράτησε ησυχία. Ένα κυματιστό γελάκι ακούστηκε. «Αυτή είναι η Γκεάλνταν». Μουρμουρητά δέους, ίσως και καχυποψίας, ακούστηκαν στη συνειδητοποίηση ότι είχαν διασχίσει χίλια πεντακόσια μίλια κάνοντάς ένα μονάχα βήμα. «Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να πείσουμε τη Βασίλισσα Αλιάντρε πως δεν ερχόμαστε ως εισβολείς». Υποτίθεται πως η Μπερελαίν θα διαπραγματευόταν με την Αλιάντρε, κι αυτό σίγουρα θα έκανε τη Φάιλε έξω φρενών. «Κατόπιν, πρέπει να βρούμε έναν τύπο που αυτοαποκαλείται ο Προφήτης του Άρχοντα Δράκοντα». Ούτε κι αυτό θα ήταν τόσο ευχάριστο. Ο Μασέμα ήταν δύστροπος ακόμα και πριν χάσει τα λογικά του. «Ο προφήτης αυτός έχει δημιουργήσει μερικά προβλήματα, αλλά θα του γνωστοποιήσουμε πως ο Ραντ αλ'Θόρ δεν επιθυμεί να τον ακολουθούν άνθρωποι τρομαγμένοι. Θα τον πάρουμε πίσω, όπως κι οποιονδήποτε από τους δικούς του το επιθυμεί, στον Άρχοντα Δράκοντα». Κι εν ανάγκη, θα πάρουμε τον Μασέμα με το ζόρι, σκέφτηκε πικρόχολα.