Το πλήθος ζητωκραύγασε, αναφωνώντας ότι θα έφερναν τον Προφήτη πίσω, στην Καιρχίν, για τον Άρχοντα Δράκοντα και μόνο, μέχρι που ο Πέριν ήλπιζε το μέρος εκείνο να βρίσκεται μακρύτερα από οποιοδήποτε χωριό. Ακόμα κι οι οδηγοί στις καρότσες κι οι εκπαιδευτές αλόγων συμμετείχαν στην επευφημία. Ο Πέριν ευχήθηκε να γίνονταν όλα γρήγορα κι οργανωμένα. Όσο πιο σύντομα απομακρύνονταν ο ίδιος κι η Φάιλε από την Μπερελαίν, τόσο καλύτερα. Από τη στιγμή που αποφάσισε να βαδίσουν νότια, δεν ήθελε να συμβούν εκπλήξεις. Είχε έρθει η ώρα να αποδείξει την αξία του ως τα'βίρεν.
28
Ψωμί και Τυρί
Ο Ματ ήξερε πως θα έμπαινε σε μπελάδες από τη στιγμή που μετακόμισε στο Παλάτι Τάρασιν. Θα μπορούσε να έχει αρνηθεί. Το ότι τα φλεγόμενα ζάρια μέσα στο κεφάλι του ξεκινούσαν ή σταματούσαν τον χορό δεν σήμαινε αναγκαστικά ότι έπρεπε οπωσδήποτε να δράσει με κάποιον τρόπο. Συνήθως, όταν σταματούσαν τον στροβιλισμό τους, ήταν πολύ αργά για να κάνει κάτι. Το πρόβλημα ήταν ότι επιθυμούσε διακαώς να μάθει το γιατί. Μόλις λίγες μέρες πριν, ευχόταν να μπορούσε να καταπνίξει αυτήν την περιέργεια.
Όταν η Νυνάβε με την Ηλαίην βγήκαν από το δωμάτιο του, κι αφού κατάφερε να στηθεί στα πόδια του χωρίς να πέσει κάτω, άρχισε να διαδίδει τα νέα στους άντρες του. Κανείς δεν έμοιαζε να αντιλαμβάνεται τα μειονεκτήματα. Ήθελε να τους προετοιμάσει, αλλά κανείς δεν τον άκουγε.
«Πολύ ωραία, Άρχοντά μου», μουρμούρισε ο Νέριμ, φορώντας τις μπότες στον κύριό του. «Επιτέλους, ο Άρχοντας θα έχει διαμερίσματα της προκοπής. Πολύ ωραία». Για μια στιγμή, φάνηκε να χάνει τη λυπητερή του έκφραση. Μόνο για μια στιγμή. «Θα σου ξεσκονίσω το κόκκινο μεταξωτό πανωφόρι, Άρχοντά μου. Το μπλε έχει μια άσχημη κηλίδα από κρασί επάνω του». Ο Ματ περίμενε με ανυπομονησία, έβαλε το πανωφόρι του και βγήκε στον διάδρομο.
«Άες Σεντάι;» μουρμούρισε ο Ναλέσεν, καθώς το κεφάλι του ξεπρόβαλε από το άνοιγμα μιας καθαρής πουκαμίσας. Ο κοιλαράς υπηρέτης του, ο Λόπιν, στεκόταν ακριβώς από πίσω του. «Να με πάρει και να με σηκώσει, Ματ, δεν συμπαθώ διόλου τις Άες Σεντάι, αλλά... στο Παλάτι Τάρασιν!» Ο Ματ έκανε μια γκριμάτσα. Ήταν ήδη δυσάρεστο που ένα ολόκληρο βαρέλι μπράντυ δεν είχε την παραμικρή επίδραση επάνω του το άλλο κιόλας πρωί, αλλά ήταν ανάγκη να μειδιά κατ’ αυτόν τον τρόπο; «Λοιπόν, Ματ, ας ξεχάσουμε τα ζάρια κι ας παίξουμε χαρτιά με τους δικούς μας». Εννοούσε τους ευγενείς, τους μόνους που είχαν τη δυνατότητα να παίξουν, εκτός από τους μεγαλεμπόρους, οι οποίοι δεν θα παρέμεναν μεγαλέμποροι, αν άρχιζαν να στοιχηματίζουν τα ποσά των ευγενών. Ο Ναλέσεν έτριψε ζωηρά τα χέρια του ενώ ο Λόπιν προσπαθούσε να του τακτοποιήσει τις δαντέλες. Ακόμα κι η γενειάδα του έμοιαζε ενθουσιασμένη. «Μεταξωτά σεντόνια», μουρμούρισε. Άκου μεταξωτά σεντόνια! Οι παλιές αναμνήσεις τον συδαύλιζαν, αλλά ο Ματ δεν ήθελε να τους δώσει σημασία.
«Πήξαμε στους ευγενείς», γρύλιζε ο Βάνιν από κάτω, σουφρώνοντας τα χείλη του, λες κι ήταν έτοιμος να φτύσει. Έριξε μια ενστικτώδη ματιά τριγύρω, ψάχνοντας την Κυρά Ανάν. Τελικά, αποφάσισε να πιει μια γουλιά από την κούπα με το προχειροφτιαγμένο κρασί που αποτελούσε το πρόγευμά του. «Ωστόσο, ευχαρίστως θα ξανάβλεπα την Αρχόντισσα Ηλαίην», μουρμούρισε σκεφτικός. Το ελεύθερο χέρι του ανασηκώθηκε σαν να ήθελε να τρίψει το μέτωπό του. Η κίνησή του έμοιαζε αφηρημένη, σχεδόν αυτόματη. Ο Ματ γόγγυξε. Αυτή η γυναίκα είχε κάνει ζημιά σε έναν καλό άνθρωπο. «Μήπως θες να ξανακοιτάξω το θέμα του Καρίντιν;» συνέχισε ο Βάνιν, λες κι όλα τα υπόλοιπα δεν είχαν πια σημασία. «Στους δρόμους του δεν βλέπεις τίποτε άλλο εκτός από ζητιάνους, αλλά έχει πρόσβαση σε αρκετό κόσμο». Ο Ματ τού είπε πως συμφωνούσε. Δεν ήταν να απορεί κανείς που ο Βάνιν δεν ενδιαφερόταν για το αν το παλάτι είχε γεμίσει από ευγενείς κι Άες Σεντάι. Όλη του τη μέρα θα την περνούσε στους δρόμους, ιδροκοπώντας κάτω από τον ήλιο και στριμωγμένος ανάμεσα στα πλήθη, πράγμα πολύ πιο βολικό.
Δεν είχε νόημα η προσπάθεια να προειδοποιήσει τον Χάρναν και τους υπόλοιπους Κοκκινόχερους, οι οποίοι ήταν απορροφημένοι στο να καταβροχθίζουν άσπρο χυλό και μικρά μαύρα λουκάνικα, σκουντώντας ο ένας τον άλλον στα πλευρά και κάνοντας χωρατά για τις υπηρέτριες του παλατιού· απ' ό,τι είχαν ακούσει, η επιλογή τους γινόταν βάσει της εξωτερικής τους εμφάνισης και της διάθεσής τους να κάνουν διάφορες... χάρες. Κάτι που αλήθευε, καθώς διαβεβαίωναν κι οι ίδιοι.