Выбрать главу

Τα πράγματα δεν καλυτέρευσαν όταν πήγε στην κουζίνα, γυρεύοντας την Κυρά Ανάν για να πληρώσει τον λογαριασμό. Βρήκε την Κάιρα, ακόμα πιο δύσθυμη από την προηγούμενη βραδιά· τον αγριοκοίταξε συνοφρυωμένη και κατσούφα κι, ισιώνοντας το πίσω μέρος της φούστας της, βγήκε βιαστικά από την πόρτα, κατευθυνόμενη προς τους στάβλους. Ίσως να της είχαν συμβεί διάφορες ατυχίες, αλλά ο Ματ Κώθον αδυνατούσε να κατανοήσει για ποιον λόγο έφταιγε ο ίδιος.

Φαίνεται πως η Κυρά Ανάν είχε βγει έξω —ανέκαθεν ασχολείτο με το να μαγειρεύει σούπες για τους πρόσφυγες ή να κάνει κάποια παρόμοια καλή πράξη- αλλά η Ένιντ, κουνώντας μια μεγάλη ξύλινη κουτάλα στους βοηθούς της που έτρεχαν από δω κι από κει, άπλωσε το στιβαρό της χέρι και πήρε το νόμισμα που της πρόσφερε. «Όταν ζουλάς πολλά πεπόνια, νεαρέ μου Άρχοντα, μην εκπλαγείς αν ένα από αυτά σού βγει σάπιο», του είπε δυσοίωνα για κάποιον λόγο. «Ίσως και δύο», συμπλήρωσε, νεύοντας χαρακτηριστικά έπειτα από ένα λεπτό. Έσκυψε προς το μέρος του, γέρνοντας το ιδρωμένο της πρόσωπο και κοιτώντας τον με ένα επίμονο βλέμμα. «Θα βρεθείς μπλεγμένος, αν μιλήσεις. Δεν πρέπει». Η παρατήρησή της δεν έμοιαζε να δέχεται οποιαδήποτε αντίρρηση.

«Δεν θα πω λέξη», είπε ο Ματ. Μα τι στο Φως ήταν αυτά που του έλεγε τώρα; Ωστόσο, φαίνεται πως η απάντησή του ήταν σωστή, γιατί η γυναίκα ένευσε κι απομακρύνθηκε άγαρμπα, ανεμίζοντας την κουτάλα ακόμη ζωηρότερα από πριν. Για μια στιγμή, ο Ματ πίστεψε πως θα του έριχνε μία στα πισινά με αυτή. Η απλή αλήθεια, όμως, ήταν πως όλες οι γυναίκες, κι όχι μερικές μόνο, είχαν τη βία στο αίμα τους.

Μ' αυτά και μ' αυτά, αισθάνθηκε ανακούφιση όταν ο Νέριμ κι ο Λόπιν άρχισαν να λογομαχούν σχετικά με το ποια από τις αποσκευές του κυρίου τους έπρεπε να μεταφερθεί πρώτη. Χρειάστηκε πάνω από μισή ώρα μέχρι να τους κατευνάσουν, αυτός κι ο Ναλέσεν. Ένας υπηρέτης γεμάτος σκοτούρες κι εκνευρισμό μπορούσε να σου κάνει τη ζωή μαρτύριο. Κατόπιν, έπρεπε να αποφασίσει ποιος από τους Κοκκινόχερους θα είχε την τιμή να κουβαλήσει το σεντούκι με το χρυσάφι και ποιος θα αναλάμβανε τα άλογα. Εν πάση περιπτώσει, θα τους έπαιρνε ακόμα λίγο χρόνο μέχρι να βγουν από το καταραμένο Παλάτι Τάρασιν.

Από τη στιγμή που βολεύτηκε στο καινούργιο του δωμάτιο, πάντως, ξέχασε σχεδόν τις σκοτούρες του. Είχε στη διάθεσή του ένα μεγάλο σαλόνι κι ένα μικρό -που εδώ το αποκαλούσαν συνήθως το μελαγχολικό δωμάτιο— καθώς και μια τεράστια κρεβατοκάμαρα με το μεγαλύτερο κρεβάτι που είχε δει ποτέ του. Οι ογκώδεις στύλοι του ήταν σκαλιστοί, με άνθη διαφόρων ειδών που περιπλέκονταν μεταξύ τους, και βαμμένοι κόκκινοι. Ως επί το πλείστον, τα έπιπλα είχαν έντονες κόκκινες ή μπλε αποχρώσεις, στα σημεία τουλάχιστον που δεν υπήρχε χρυσαφιά επίστρωση. Μια μικρή πορτούλα, δίπλα στο κρεβάτι, οδηγούσε στο στενόχωρο δωματιάκι του Νέριμ, το οποίο ο υπηρέτης του έβρισκε θαυμάσιο παρά το στενό κρεβάτι και την έλλειψη παραθύρων. Όλα τα παράθυρα στο δωμάτιο του Ματ ήταν ψηλά κι αψιδωτά, αποκαλύπτοντας πλατιά λευκά μπαλκόνια από σφυρήλατο σίδερο με θέα στην Πλατεία Μολ Χάρα. Οι στερεωμένοι σε βάσεις φανοί ήταν επιχρυσωμένοι, όπως επίσης και τα πλαίσια των καθρεφτών· υπήρχαν δύο καθρέφτες στο μελαγχολικό δωμάτιο, τρεις στο καθιστικό και τέσσερις στην κρεβατοκάμαρα. Το ρολόι -ρολόι!- στο μαρμάρινο πρέκι του τζακιού, στο σαλόνι, ήταν κι αυτό επιχρυσωμένο και στραφτάλιζε. Ο νιπτήρας κι η στάμνα ήταν από πορφυρή πορσελάνη των Θαλασσινών. Σχεδόν απογοητεύτηκε όταν ανακάλυψε πως το δοχείο νυκτός, κάτω από το κρεβάτι, ήταν φτιαγμένο από απλό άσπρο κεραμικό. Στο τεράστιο καθιστικό υπήρχε ακόμα κι ένα ράφι με καμιά ντουζίνα βιβλία. Όχι ότι ο ίδιος διάβαζε πολύ.

Παρά τα κραυγαλέα χρώματα στους τοίχους, στις οροφές και στα πλακίδια των δαπέδων, ο πλούτος των δωματίων ήταν προφανής. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα χόρευε από χαρά, αρκεί να μην είχε την επίγνωση πως μια γυναίκα, τα δώματα της οποίας βρίσκονταν από την άλλη μεριά του διαδρόμου, επιθυμούσε διακαώς να τον βάλει σε ένα καζάνι και να τον βράσει. Αν, δηλαδή, δεν τα κατάφερναν πρώτες η Τέσλυν ή η Μέριλιλ ή κάποια από αυτές, παρά το μενταγιόν που φορούσε. Γιατί, άραγε, τα ζάρια μέσα στο κεφάλι του είχαν πάψει να κυλούν μόλις η Ηλαίην ανέφερε αυτά τα καταραμένα δωμάτια; Απλή περιέργεια. Υπήρχε ένα γνωμικό στην πατρίδα του, το οποίο το είχε ακούσει από τα χείλη αρκετών γυναικών, συνήθως όταν είχε κάνει κάτι που, ανάλογα με τις περιστάσεις, έμοιαζε αστείο: «Οι άντρες δίδαξαν την περιέργεια στις γάτες, αλλά αυτές κράτησαν για τον εαυτό τους τη λογική».