«Δεν είμαι γάτα εγώ», μουρμούρισε και βγήκε με δρασκελιές από την κρεβατοκάμαρα στο καθιστικό. Απλώς, έπρεπε να μάθει μερικά πράγματα· αυτό ήταν όλο.
«Φυσικά και δεν είσαι γάτα», ακούστηκε η φωνή της Τάυλιν. «Είσαι ένα μικρό ζουμερό παπάκι, αυτό είσαι».
Ο Ματ αναπήδησε ξαφνιασμένος και την κοίταξε. Παπάκι; Και, μάλιστα, μικρό! Η γυναίκα τού έφθανε περίπου μέχρι τον ώμο. Αγανακτισμένος ή όχι, εντούτοις κατάφερε να υποκλιθεί κάπως κομψά. Έπρεπε να θυμάται πως απέναντι του είχε τη Βασίλισσα. «Μεγαλειοτάτη, ευχαριστώ γι' αυτά τα υπέροχα διαμερίσματα. Πολύ θα ήθελα να μιλήσουμε, αλλά πρέπει να βγω και...»
Χαμογελώντας, η γυναίκα προχώρησε προς το μέρος του, βαδίζοντας πάνω στις πρασινοκόκκινες πλάκες, ενώ το μεταξένιο μεσοφόρι της με τις γαλανόλευκες στρώσεις θρόιζε. Τα μεγάλα σκοτεινά μάτια της ήταν καρφωμένα επάνω του. Ο Ματ δεν είχε την παραμικρή διάθεση να κοιτάξει το γαμήλιο μαχαίρι που φώλιαζε ανάμεσα στην πλούσια σχισμή του στήθους της. Ή το ακόμα μεγαλύτερο και διάστικτο από πολύτιμους λίθους εγχειρίδιο που ήταν περασμένο πίσω από μια εξίσου διάστικτη με πολύτιμους λίθους ζώνη. Οπισθοχώρησε λιγάκι.
«Μεγαλειοτάτη, έχω ένα σημαντικό...»
Η Τάυλιν άρχισε να σφυρίζει έναν σκοπό κι ο Ματ τον αναγνώρισε. Τον είχε τραγουδήσει κι ο ίδιος πρόσφατα σε μερικά κορίτσια. Ήταν αρκετά συνετός ώστε να μην αρχίσει να τραγουδάει, μια κι ήταν ιδιαίτερα παράφωνος, αλλά επιπλέον οι λέξεις που χρησιμοποιούσαν στο Έμπου Νταρ θα του τσουρούφλιζαν τα αυτιά. Το τραγούδι ονομαζόταν «Θα Σου Κλέψω Την Ανάσα Με Τα Φιλιά Μου».
Γελώντας νευρικά, προσπάθησε να βάλει ανάμεσά τους ένα τραπέζι διακοσμημένο με κύανο, αλλά η γυναίκα πήγε γύρω-γύρω χωρίς, φαινομενικά, να επιταχύνει το βήμα της. «Μεγαλειοτάτη, εγώ...»
Ακούμπησε την παλάμη της στο στήθος του, τον ανάγκασε να πισωπατήσει προς ένα κάθισμα με ψηλή ράχη και βολεύτηκε στα πόδια του. Ο Ματ ήταν παγιδευμένος ανάμεσα στη γυναίκα και στα μπράτσα της πολυθρόνας. Θα μπορούσε, βέβαια, να την πιάσει με ευκολία και να τη στήσει όρθια. Από την άλλη, η γυναίκα είχε περασμένο στη μέση της αυτό το καταραμένο εγχειρίδιο, κι ο Ματ αμφέβαλλε αν οι πράξεις του θα ήταν εξίσου αποδεκτές εκ μέρους της όσο ήταν οι δικές της εκ μέρους του. Σε τελική ανάλυση, βρισκόταν στο Έμπου Νταρ, κι ο φόνος ενός άντρα από μια γυναίκα ήταν δικαιολογημένος μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Θα μπορούσε να την πιάσει με ευκολία, αλλά...
Είχε δει ψαράδες στην πόλη να πωλούν παράξενα πλάσματα που αποκαλούνταν καλαμάρια και χταπόδια -οι Εμπουνταρινοί, μάλιστα, τα έτρωγαν κιόλας!- αλλά στο παλάτι της Τάυλιν δεν υπήρχαν τέτοια. Ωστόσο, αυτή η γυναίκα έμοιαζε να έχει δέκα χέρια. Ο Ματ τινάχτηκε, προσπαθώντας μάταια να την απομακρύνει από πάνω του, αλλά εκείνη γέλασε σιγανά. Ανάμεσα στα φιλιά της, και σχεδόν χωρίς να πάρει ανάσα, άρχισε να διαμαρτύρεται ότι όλο και κάποιος θα μπορούσε να μπει μέσα και να τους πιάσει στα πράσα, αλλά η Τάυλιν χαχάνισε. Βάλθηκε να φλυαρεί για τον σεβασμό απέναντι στο στέμμα της, κι αυτή κάγχασε. Κι όταν ισχυρίστηκε ότι ήταν αρραβωνιασμένος με μια κοπέλα από τα μέρη του, που του είχε σκλαβώσει την καρδιά, η γυναίκα ξεκαρδίστηκε.
«Ό,τι δεν ξέρει δεν μπορεί να της κάνει ζημιά», μουρμούρισε, καθώς τα είκοσι χέρια της δεν είχαν παύσει στιγμή να τον πιλατεύουν.
Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα.
Ο Ματ ελευθέρωσε το στόμα του και φώναξε: «Ποιος είναι;» Τα λόγια του ακούστηκαν σαν διαπεραστική κραυγή. Λίγο ακόμα και δεν θα μπορούσε να ανασάνει.
Η Τάυλιν τινάχτηκε από πάνω του κι απομακρύνθηκε τρία βήματα, τόσο γοργά που θα έλεγες πως βρισκόταν πάντα σε εκείνο το σημείο. Η γυναίκα είχε την αναίδεια να του ρίξει μια αξιοκαταφρόνητη ματιά! Κατόπιν, του έστειλε ένα φιλί.
Μόλις που πρόλαβε, πριν η πόρτα ανοίξει και ξεπροβάλει το κεφάλι του Θομ. «Ματ; Δεν ήμουν σίγουρος ότι ήσουν εσύ. Ω! Μεγαλειοτάτη». Μολονότι κουτσός, κάτισχνος και γέρος, ο Θομ, ως βάρδος αξιώσεων, έκανε μια εντυπωσιακή υπόκλιση. Ο Τζούιλιν δεν κατάφερε να τον μιμηθεί· απλώς έβγαλε το γελοίο κόκκινο καπέλο του κι έκανε τη δική του απόπειρα. «Συγχωρήστε μας. Δεν θέλαμε να σας ενοχλήσουμε-» άρχισε να λέει ο Θομ, αλλά ο Ματ τον διέκοψε βιαστικά.
«Πέρασε μέσα, Θομ!» Αρπάζοντας το πανωφόρι του, έκανε να σηκωθεί, αλλά αντιλήφθηκε πως αυτή η καταραμένη γυναίκα με κάποιον τρόπο είχε λύσει το ζωνάρι από τις βράκες του χωρίς ο ίδιος να πάρει είδηση το παραμικρό. Μπορεί αυτοί οι δύο να μην πρόσεχαν πως η πουκαμίσα του ήταν ξεκούμπωτη μέχρι τη μέση, αλλά σίγουρα θα πρόσεχαν τις βράκες του να πέφτουν στο πάτωμα. Από την άλλη, το γαλάζιο φόρεμα της Τάυλιν ήταν ατσαλάκωτο! «Τζούιλιν, πέρασε μέσα!»