Выбрать главу

Ωστόσο, βρήκε τον χρόνο να ασχοληθεί λίγο με τον Όλβερ και να γυρέψει τον Χάρναν και τους υπόλοιπους Κοκκινόχερους, που μοιράζονταν ένα μακρόστενο δωμάτιο με στοιχισμένα κρεβάτια, όχι πολύ μακριά από τους στάβλους, καθώς και να σουλατσάρει στην κουζίνα, ψάχνοντας λίγο ψωμί και βοδινό κρέας· δεν άντεχε να ξαναντικρίσει καν εκείνο τον χυλό που είχε φάει στο πανδοχείο. Η Νυνάβε με την Ηλαίην δεν είχαν επιστρέψει ακόμα. Τελικά, έριξε μια ματιά στα βιβλία του καθιστικού και ξεκίνησε να διαβάζει τα Ταξίδια τον Τζάιν τον Πεζοπόρου, παρ’ όλο που δεν καταλάβαινε παρά ελάχιστες λέξεις. Ο Θομ με τον Τζούιλιν μπήκαν μέσα την ίδια στιγμή που οι δύο γυναίκες αναφωνούσαν έκπληκτες ότι τον έβρισκαν εκεί· σαν να είχε περάσει από το μυαλό τους πως δεν υπήρχε περίπτωση να κρατήσει την υπόσχεσή του.

Ο Ματ έκλεισε απαλά το βιβλίο και το άφησε στο τραπέζι, δίπλα στο κάθισμα. «Που ήσασταν;»

«Βγήκαμε βόλτα», απάντησε η Ηλαίην λάμποντας, με τα γαλανά της μάτια περισσότερο διάπλατα από κάθε άλλη φορά. Ο Θομ συνοφρυώθηκε κι έβγαλε από το μανίκι του ένα μαχαίρι, στριφογυρίζοντάς το ανάμεσα στα δάχτυλά του. Επίτηδες, δεν έριξε ούτε ματιά στην Ηλαίην.

«Ήπιαμε τσάι παρέα με κάποιες γνωστές της ιδιοκτήτριας του πανδοχείου», είπε η Νυνάβε. «Δεν θα σε κουράσω με τις συζητήσεις μας περί εργόχειρων». Ο Τζούιλιν έκανε να κουνήσει το κεφάλι του, αλλά σταμάτησε πριν τον προσέξει η γυναίκα.

«Ναι, κάνε μου τη χάρη», είπε ο Ματ ξερά. Υπέθεσε πως η γυναίκα ήξερε από κεντήματα, αλλά κάτι του έλεγε πως δεν ήταν αυτό το θέμα συζήτησης. Καμιά από τις δυο τους δεν ήταν ιδιαίτερα ευγενική, πράγμα που επιβεβαίωνε τις χειρότερες υποψίες του. «Είπα σε δύο δικούς μου να σας συνοδεύσουν το απόγευμα κι άλλοι δύο θα σας συνοδεύσουν αύριο, όπως και κάθε μέρα. Όταν δεν θα βρίσκεστε εντός του παλατιού ή σε κάποιο μέρος που να μπορώ να σας εποπτεύω, θα έχετε μαζί σας σωματοφύλακες. Ξέρουν ήδη τις βάρδιες τους και θα βρίσκονται μαζί σας συνεχώς. Συνεχώς! Επιπλέον, θα μου γνωστοποιείτε εγκαίρως πού έχετε σκοπό να πάτε. Δεν θα γίνετε εσείς η αιτία να χάσω τα μαλλιά μου από το άγχος!»

Περίμενε αγανάκτηση και διαφωνίες εκ μέρους τους. Περίμενε αμφιλογίες σχετικά με το τι είχαν υποσχεθεί και τι όχι. Περίμενε πως, θέτοντάς τους όλες αυτές τις απαιτήσεις, θα είχε κάποιο κέρδος, έστω και μικρό, αν ήταν τυχερός. Η Νυνάβε κοίταξε την Ηλαίην κι η Ηλαίην τη Νυνάβε.

«Ε, λοιπόν, οι σωματοφύλακες δεν είναι καθόλου άσχημη ιδέα, Ματ», αναφώνησε η Ηλαίην, με το χαμόγελο να σχηματίζει λακκάκια στα μάγουλά της. «Νομίζω πως έχεις δίκιο σχετικά με αυτό. Πολύ έξυπνο εκ μέρους σου να έχεις προετοιμάσει τους άντρες σου».

«Πράγματι, είναι θαυμάσια ιδέα», είπε κι η Νυνάβε, νεύοντας ενθουσιωδώς. «Πολύ έξυπνο εκ μέρους σου, Ματ».

Το μαχαίρι έπεσε από τα χέρια του Θομ κόβοντάς τον λίγο στο δάχτυλο. Φτύνοντας μια βρισιά, άρχισε να το πιπιλάει ρίχνοντας ματιές στις δύο γυναίκες.

Ο Ματ αναστέναξε. Να το πρόβλημα. Το ήξερε. Κι όλα αυτά πριν του πουν να ξεχάσει προς το παρόν το Ράχαντ.

Να πώς βρέθηκε καθισμένος σε έναν πάγκο, μπροστά από μια φτηνή ταβέρνα, που λεγόταν Το Ρόδο του Έλμπαρ, όχι πολύ μακριά από το μέτωπο ενός ποταμού, πίνοντας από ένα από τα χαραγμένα τσίγκινα ποτήρια που ήταν αλυσοδεμένα πάνω στον πάγκο. Αν μη τι άλλο, τα έπλεναν για κάθε νέο πελάτη που ερχόταν. Η δυσωδία από ένα βαφείο στην άλλη μεριά του δρόμου αναβάθμιζε ακόμη περισσότερο το ξεχωριστό στυλ του Ρόδου. Όχι πως η γειτονιά ήταν άθλια, μολονότι ο δρόμος ήταν υπερβολικά στενός για άμαξες. Κάμποσα καλογυαλισμένα ατομικά φορεία κινούνταν τρικλίζοντας ανάμεσα στο πλήθος. Οι πιο πολλοί περαστικοί φορούσαν μάλλινα, μερικοί μάλιστα γιλέκα κάποιας συντεχνίας, παρά μετάξια, αν και κάποια από αυτά ήταν καλοραμμένα ενώ άλλα ξεφτισμένα. Τα σπίτια και τα μαγαζιά ήταν μια αλληλουχία λευκών σοβάδων· παρ' όλο που τα περισσότερα ήταν μικρά και ρημαγμένα, από μια γωνία στα δεξιά του διακρινόταν το ψηλό σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου, ενώ στα αριστερά υπήρχε ένα μικροσκοπικό αρχοντικό —μικρότερο από το σπίτι του εμπόρου- με έναν θόλο με πράσινες ρίγες, χωρίς οβελίσκο. Δύο ταβέρνες κι ένα πανδοχείο, ακριβώς μπροστά του, έμοιαζαν ήσυχα και φιλόξενα. Δυστυχώς, το Ρόδο ήταν το μόνο μέρος που ένας άντρας μπορούσε να κάτσει έξω, το μόνο μέρος στο σωστό σημείο. Δυστυχώς.

«Ποτέ μου δεν έχω ξαναδεί τόσο υπέροχες μύγες», μούγκρισε ο Ναλέσεν, διώχνοντας μερικά αντιπροσωπευτικά δείγματα του είδους από την κούπα του. «Τι κάνουμε τώρα;»

«Εσύ ρουφάς αυτό το πράγμα, που για τα μάτια του κόσμου λέγεται κρασί, και ιδροκοπάς σαν γίδα», μουρμούρισε ο Ματ, τακτοποιώντας το καπέλο του έτσι ώστε να καλύπτει καλύτερα τα μάτια του. «Κι εγώ είμαι ο τα'βίρεν της υπόθεσης». Αγριοκοίταξε το ερειπωμένο σπίτι που του είχαν πει να παρακολουθεί, ανάμεσα στο βαφείο και στις θορυβώδεις εγκαταστάσεις μιας υφάντρας. Δεν του το είχαν ζητήσει — του το είχαν πει ως δεδομένο- ασχέτως αν το εξέφρασαν πλαγίως μέσω των δεσμεύσεών τους. Βέβαια, το έκαναν να μοιάζει σαν να του ζητούν χάρη, σαν να τον παρακαλούν, κι ίσως να το πίστευε υπό άλλες συνθήκες, αλλά τώρα πια ήξερε από εκβιασμούς. «Φέρσου ως τα'βίρεν, Ματ», μιμήθηκε τη φωνή της. «Ξέρω πως γνωρίζεις τι πρέπει να κάνεις. Πφφ!» Μπορεί η Ηλαίην, η καταραμένη Κόρη-Διάδοχος, με το καταραμένο της λακκάκι, να ήξερε, ή η Νυνάβε, με αυτά τα καταραμένα χέρια που διαρκώς γυρόφερναν τη γελοία πλεξούδα της, αλλά ανάθεμα αν ο ίδιος γνώριζε κάτι. «Αν αυτό το κωλοκύπελλο βρίσκεται όντως στο Ράχαντ, πώς θα το ανακαλύψω εγώ σ' αυτήν την καμένη μεριά του ποταμού;»