«Δεν θυμάμαι να ανέφεραν κάτι», είπε κάπως πικρόχολα ο Τζούιλιν, ρουφώντας μια γερή γουλιά από ένα ποτό φτιαγμένο από ένα κίτρινο φρούτο που καλλιεργούσαν στην επαρχία. «Έχεις κάνει την ίδια ερώτηση πάνω από πενήντα φορές». Ισχυριζόταν πως αυτό το ωχρό ποτό ήταν αναζωογονητικό στον καύσωνα, αλλά ο Ματ είχε δοκιμάσει λεμόνια και δεν σκόπευε να πιει ποτέ κάτι φτιαγμένο από αυτά. Με το σφυροκόπημα στο κεφάλι του να είναι λιγότερο έντονο, προτίμησε να πιει τσάι. Έμοιαζε λες κι ο ταβερνιάρης -ένας κοκαλιάρης τύπος με καχύποπτα, σαν χάντρες, μάτια- πρόσθετε νέα φύλλα τσαγιού και νερό στα υπολείμματα της προηγούμενης μέρας από καταβολής πόλεως. Η γεύση ταίριαζε γάντι με τη διάθεσή του.
«Αυτό που μου κάνει εντύπωση», μουρμούρισε ο Θομ κοιτώντας τα κοντόχοντρα δάχτυλά του, «είναι για ποιον λόγο έκαναν τόσες ερωτήσεις σχετικά με την πανδοχέα». Δεν έμοιαζε και τόσο αναστατωμένος που οι γυναίκες κρατούσαν μυστικά· μερικές φορές, όντως φερόταν παράξενα. «Τι σχέση έχουν αυτή η Σετάλ Ανάν κι οι υπόλοιπες με το Κύπελλο;»
Διάφορες γυναίκες μπαινόβγαιναν στο ερειπωμένο σπίτι. Μια συνεχής ροή γυναικών, καλοντυμένες οι περισσότερες, αν και καμιά τους δεν φορούσε μετάξια, κι ούτε ένας άντρας. Τρεις ή τέσσερις από αυτές φορούσαν τη χαρακτηριστική κόκκινη ζώνη της Σοφής. Ο Ματ σκέφτηκε να ακολουθήσει μερικές καθώς έφευγαν, αλλά του φάνηκε πολύ προβλέψιμο. Δεν γνώριζε πώς λειτουργούσε ένας τα'βίρεν -δεν είχε προσέξει ποτέ κάτι ούτε στον ίδιο του τον εαυτό- αλλά πάντα στεκόταν τυχερός όταν όλα γίνονταν κατά τύχη. Όπως με τα ζάρια. Ωστόσο, οι περισσότεροι γρίφοι που είχαν να κάνουν με αυτές τις μικρές ταβέρνες τού ξεγλιστρούσαν, όσο τυχερός κι αν αισθανόταν.
Αγνόησε την ερώτηση του Θομ· είχε επαναληφθεί τόσες φορές, όσες είχε ρωτήσει και ο Ματ πώς θα έβρισκε το Κύπελλο. Η Νυνάβε τού είχε πει κατάμουτρα ότι δεν είχε υποσχεθεί να του αποκαλύψει όλα της τα μυστικά. Θα του έλεγε μόνο όσα ήταν αναγκαία. Είπε πως... Το να βλέπει να πνίγεται σχεδόν, επειδή δεν μπορούσε να τον βρίσει, δεν ήταν ικανοποιητική εκδίκηση.
«Μου φαίνεται πως θα κάνω μια βόλτα κάτω στο σοκάκι», είπε ο Ναλέσεν αναστενάζοντας. «Σε περίπτωση που κάποια από αυτές αποφασίσει να σκαρφαλώσει τον μαντρότοιχο». Το στενό πέρασμα ανάμεσα στο σπίτι και στο βαφείο απλωνόταν ακριβώς μπροστά του, σε όλο του το μήκος, αλλά υπήρχε κι ένα άλλο δρομάκι που προχωρούσε πίσω από τα μαγαζιά και τα σπίτια. «Ματ, για πες μου πάλι για ποιον λόγο είμαστε εδώ αντί να παίζουμε χαρτιά».
«Θα πάω εγώ», είπε ο Ματ. Ίσως πίσω από αυτόν τον μαντρότοιχο να ανακάλυπτε πώς λειτουργούσε ένας τα'βίρεν. Πήγε, αλλά δεν βρήκε τίποτα.
Το λυκόφως άρχισε να σέρνεται πάνω από τον δρόμο κι ο Χάρμαν ήρθε φέρνοντας μαζί του έναν καραφλό Αντορινό με στενεμένα μάτια, ονόματι Γουάτ· μέχρι κι εκείνη την ώρα, η μόνη πιθανή επίδραση που διαπίστωσε ο Ματ ότι είχε ασκήσει ως τα'βίρεν, ήταν πως ο ταβερνιάρης ετοίμασε μια χύτρα με φρέσκο τσάι, το οποίο όμως είχε την ίδια άσχημη γεύση με το προηγούμενο.
Όταν επέστρεψε στο παλάτι, βρήκε στο δωμάτιό του ένα σημείωμα, κάτι σαν πρόσκληση, με κομψά γράμματα πάνω σε παχύ, λευκό χαρτί που μύριζε σαν λουλουδάτος κήπος.
Μικρό μου κουνελάκι, σε περιμένω για δείπνο απόψε, στα διαμερίσματά μου.
Υπογραφή δεν υπήρχε, αλλά δεν χρειαζόταν για να καταλάβει. Μα το Φως! Η γυναίκα ήταν ξεδιάντροπη! Πάνω στην πόρτα που οδηγούσε στον διάδρομο υπήρχε μια κόκκινη σιδερένια κλειδαριά. Ο Ματ βρήκε το κλειδί και την κλείδωσε. Έπειτα, για καλό και για κακό, σφήνωσε μια καρέκλα κάτω από το μάνταλο της πόρτας που οδηγούσε στο δωμάτιο του Νέριμ. Μπορούσε να κάνει και χωρίς δείπνο. Ενώ ήταν έτοιμος να πέσει στο κρεβάτι, η κλειδαριά κροτάλισε· έξω, στον διάδρομο, ακούστηκε μια γυναίκα να γελάει έχοντας βρει την πόρτα ασφαλισμένη.