Ο Γκάγουιν δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεση του για να παρακολουθεί ή να ακούει. Τραβούσε την προσοχή, αφού ήταν το μοναδικό πεζό Παλικαράκι. Τρεις φιγούρες ντυμένες με καντιν'σόρ απέφυγαν τους καβαλάρηδες κι όρμησαν προς το μέρος του με τις λόγχες προτεταμένες. Ίσως σκέφτηκαν πως ήταν εύκολος στόχος, καθότι ήταν τρεις εναντίον ενός, αλλά εκείνος τούς απάλλαξε από τις ψευδαισθήσεις τους. Το ξίφος του άφησε το θηκάρι ανάερα, το ίδιο ανάερα όσο αυτός περνούσε από το Καμπουριασμένο Γεράκι προς την Αγκαλιά του Αναρριχητή κι από τη Βελανιδιά προς το Φεγγάρι Ανατέλλει Πάνω από τις Λίμνες. Τρεις φορές ένιωσε το τράνταγμα στους καρπούς του, καθώς η λάμα συνάντησε τη σάρκα κι οι τρεις πεπλοφόροι Αελίτες σωριάστηκαν κάτω. Οι δύο από αυτούς κινούνταν ακόμα αδύναμα αλλά σύντομα βρέθηκαν εκτός μάχης, όπως κι ο τρίτος. Ο επόμενος, όμως, που στράφηκε να τον αντιμετωπίσει ήταν διαφορετική περίπτωση.
Ήταν ένας λιπόσαρκος τύπος, μια παλάμη ψηλότερος από τον Γκάγουιν, κι οι κινήσεις του ήταν φιδίσιες. Το ακόντιο ξεπεταγόταν γοργά κι η ασπίδα εκτοξευόταν λοξά για να αποκρούσει τα χτυπήματα του ξίφους, με μια τέτοια δύναμη που ο Γκάγουιν αισθανόταν να τραντάζονται οι ώμοι του. Άλλαζε διαρκώς πολεμικές τακτικές, από τον Αγριόγαλο του Δάσους που Χορεύει στην Αναδίπλωση του Αέρα κι από κει στο Αυλικός Που χτυπά τη Βεντάλια του, αλλά ο Αελίτης αντιμετώπιζε την κάθε μία ριψοκινδυνεύοντας μια χαρακιά στα πλευρά του, ενώ ο Γκάγουιν είχε ήδη μια βαθιά εντομή στον γοφό του την οποία μόνο μια γρήγορη συστροφή απέτρεψε από το να μετατραπεί σε θανάσιμη πληγή.
Έκαναν κύκλους ο ένας γύρω από τον άλλον, χωρίς να έχουν επίγνωση τι συνέβαινε γύρω τους. Το αίμα κυλούσε ζεστό στο πόδι του Γκάγουιν. Ο Αελίτης έκανε μια παραπλανητική κίνηση, ελπίζοντας να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του, ακολουθούμενη από μια προσποίηση. Ο Γκάγουιν άλλαζε διαρκώς στάσεις, κρατώντας το σπαθί πότε ψηλότερα πότε χαμηλότερα, ελπίζοντας πως ο άλλος άντρας θα έκανε αργά ή γρήγορα έναν λανθασμένο υπολογισμό στις προσποιητές ωθήσεις του.
Τελικά, ήταν η τυφλή τύχη αυτή που έκρινε τη μάχη. Ο Αελίτης σκόνταψε, έχασε το βηματισμό του, κι ο Γκάγουιν διαπέρασε με το ξίφος την καρδιά του προτού ακόμα προσέξει το άλογο που είχε πέσει πάνω στον άντρα.
Παλαιότερα θα ένιωθε θλίψη. Είχε μεγαλώσει πιστεύοντας πως κατά τη διάρκεια μιας μονομαχίας έπρεπε να επικρατούν η τιμιότητα κι η ειλικρίνεια. Πάνω από μισός χρόνος μαχών κι αψιμαχιών τον είχαν διδάξει καλύτερα. Ακούμπησε το πόδι του στο στήθος του Αελίτη κι ελευθέρωσε τη λάμα του. Ο γρήγορος αλλά ελάχιστα ιπποτικός κι αργός στη μάχη άντρας συχνά κατέληγε νεκρός.
Μόνο όταν ελευθέρωσε το σπαθί του αντιλήφθηκε πως δεν υπήρχε λόγος βιασύνης. Κάμποσοι άντρες ήταν πεσμένοι, τόσο Παλικαράκια όσο κι Αελίτες. Κάποιοι γόγγυζαν, άλλοι παρέμεναν ακίνητοι ενώ οι υπόλοιποι Αελίτες απομακρύνονταν ανατολικά, κυνηγημένοι από δύο ντουζίνες Βλασταριών, συμπεριλαμβανομένων μερικών που θα έπρεπε να το ξανασκεφτούν. «Περιμένετε!» τους φώναξε. Οι ηλίθιοι! Αν χωρίζονταν, οι Αελίτες θα τους πετσόκοβαν. «Μην τους καταδιώκετε! Σταματήστε, είπα! Σταματήστε, που να σας πάρει!» Τα Παλικαράκια κοντοστάθηκαν απρόθυμα.
Ο Τζισάο χαλιναγώγησε το ευνουχισμένο του άτι και πλησίασε. «Όπου και να πήγαιναν, σκέφτηκαν να κόψουν δρόμο περνώντας μέσα από τις γραμμές μας, Άρχοντά μου». Το ξίφος του έσταζε κόκκινες σταγόνες κι η λάμα του ήταν βουτηγμένη στο αίμα κατά το ήμισυ.
Ο Γκάγουιν άδραξε τα γκέμια του καστανοκόκκινου επιβήτορά του και πήδησε στη σέλλα χωρίς να περιμένει να καθαρίσει τη λάμα του και να θηκαρώσει το σπαθί του. Δεν είχε χρόνο να δει ποιος ήταν νεκρός και ποιος ζούσε. «Ξεχάστε τους», είπε. «Μας περιμένει εκείνη η αδελφή. Χαλ, άφησε τον μισό σου ουλαμό να περιποιηθεί τους πληγωμένους. Και τα μάτια σας δεκατέσσερα στους Αελίτες. Το ότι πεθαίνουν δεν σημαίνει πως παρέδωσαν τα όπλα. Οι υπόλοιποι ακολουθήστε με». Ο Χαλ χαιρέτησε με το ξίφος του, αλλά ο Γκάγουιν σπιρούνιζε ήδη το άτι του.
Η αψιμαχία δεν είχε διαρκέσει πολλή ώρα αν και, για τόσο σύντομη, παρατράβηξε. Όταν ο Γκάγουιν έφθασε στην κορυφή είδε μονάχα το νεκρό άλογο με τα σακίδια της σέλας αναποδογυρισμένα. Σάρωσε τον γύρω χώρο με το κιάλι του αλλά δεν είδε πουθενά ίχνη της αδελφής, ούτε των Αελιτών, ούτε οποιουδήποτε ζωντανού πλάσματος. Τα μοναδικά πράγματα που κινούνταν ήταν η σκόνη που μετέφερε ο άνεμος κι ένα φόρεμα πεσμένο στο έδαφος, πλάι στο άλογο, που αναδευόταν με τις ριπές του αέρα. Η γυναίκα θα πρέπει να είχε φουλάρει για να κατορθώσει να χαθεί από τον ορίζοντα τόσο γρήγορα.