Выбрать главу

Παρ’ όλο που θα μπορούσε να κοιμηθεί βαθιά, έμεινε ξάγρυπνος για κάποιον λόγο, ακούγοντας την κοιλιά του να γουργουρίζει. Γιατί το έκανε αυτό; Εντάξει, ήξερε γιατί, αλλά για ποιον λόγο είχε διαλέξει αυτόν; Πώς μπορούσε να πετάει στα σκουπίδια όλη της την αξιοπρέπεια μόνο και μόνο για να ξαπλώσει με έναν τα'βίρεν; Εν πάση περιπτώσει, ήταν ασφαλής προς το παρόν. Σε τελική ανάλυση, η Τάυλιν δεν θα γκρέμιζε την πόρτα, έτσι δεν είναι; Ούτε καν ένα πουλί δεν θα χωρούσε να περάσει από τα σφυρήλατα αραβουργήματα που κάλυπταν το μπαλκόνι. Επιπλέον, θα χρειαζόταν μια μακριά σκάλα για να φτάσει τόσο ψηλά, καθώς και μερικούς άντρες να την κουβαλήσουν. Εκτός κι αν σκαρφάλωνε στην οροφή με τη βοήθεια ενός σχοινιού. Ίσως πάλι... Η νύχτα έφυγε, το στομάχι του εξακολουθούσε να γουργουρίζει, ο ήλιος ανέτειλε κι αυτός δεν έκλεισε μάτι, ούτε είχε την παραμικρή σεμνή σκέψη. Ωστόσο, πήρε μια απόφαση. Σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το μελαγχολικό δωμάτιο, αν κι ο ίδιος ποτέ δεν μελαγχολούσε.

Με το πρώτο φως, ξεγλίστρησε από το δωμάτιο και συνάντησε έναν ακόμα από τους υπηρέτες του παλατιού που θυμόταν, έναν καραφλό τύπο ονόματι Μαντίκ, ο οποίος είχε ένα ύφος αυτάρεσκο, αν και το δόλιο στράβωμα του στόματός του υποδήλωνε πως δεν ήταν διόλου ικανοποιημένος. Ήταν ο τύπος του ανθρώπου που μπορούσες να εξαγοράσεις. Βέβαια, το έκπληκτο βλέμμα, που άστραψε στο τετραγωνισμένο του πρόσωπο, και το αυτάρεσκο χαμόγελο, που δεν μπήκε στον κόπο να κρύψει, μαρτυρούσαν πως ήξερε ακριβώς για ποιον λόγο τον χρύσωνε ο Ματ. Να τον πάρει και να τον σηκώσει κι αυτόν! Πόσοι πια ήξεραν τι σκάρωνε η Τάυλιν;

Η Νυνάβε κι η Ηλαίην, πάντως, φαίνεται ότι δεν είχαν πάρει χαμπάρι τίποτα, δόξα στο Φως. Ωστόσο, τον επέπληξαν που δεν δείπνησε με τη Βασίλισσα, πράγμα το οποίο είχαν μάθει από την ίδια την Τάυλιν όταν εκείνη τις ρώτησε αν ήταν άρρωστος. Κι ακόμα χειρότερα...

«Σε παρακαλώ», είπε η Ηλαίην χαμογελώντας, λες κι η ίδια η λέξη δεν της προκαλούσε πόνο, «πρέπει να βγάλεις τον καλύτερο εαυτό σου με τη Βασίλισσα. Μην είσαι αγχωμένος. Θα απολαύσεις ένα βράδυ μαζί της».

«Απλώς μην κάνεις κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί προσβλητικό», μουρμούρισε η Νυνάβε. Αναμφίβολα, την πείραζε να φέρεται ευγενικά. Τα φρύδια της έσμιξαν, λες και βρισκόταν σε περισυλλογή, το σαγόνι της σφίχτηκε, και τα χέρια της έτρεμαν από λαχτάρα να τραβήξουν την πλεξούδα της. «Συμβιβάσου για μια φορά... Θέλω να πω, να θυμάσαι πως πρόκειται για αξιοπρεπή γυναίκα, και μην προσπαθήσεις να... Μα το Φως, ξέρεις καλά τι εννοώ».

Αγχωμένος. Χα! Αξιοπρεπής γυναίκα. Χα!

Δεν φαίνονταν να νοιάζονται και πολύ που ο Ματ είχε σπαταλήσει στον βρόντο ένα ολόκληρο απόγευμα. Η Ηλαίην τον χτύπησε απαλά και φιλικά στον ώμο και του ζήτησε να κάνει υπομονή μια δυο μέρες ακόμα. Σίγουρα ήταν καλύτερο από το να σουλατσάρει με αυτόν τον καύσωνα στο Ράχαντ. Το ίδιο ακριβώς του είπε κι η Νυνάβε, με τον κλασικό γυναικείο τρόπο, δίχως φιλικό χτύπημα στον ώμο. Αμέσως μετά παραδέχτηκαν πως σκόπευαν να περάσουν τη μέρα τους προσπαθώντας να κατασκοπεύσουν τον Καρίντιν, παρέα με την Αβιέντα, αν κι απέφυγαν να απαντήσουν στην ερώτηση του ποιον πίστευαν ότι μπορούσαν να αναγνωρίσουν. Η Νυνάβε έκανε πως δεν το πρόσεξε κι η Ηλαίην την κοίταξε με τέτοιον τρόπο που ο Ματ νόμισε πως, επιτέλους, θα την έβλεπε να τα χάνει. Αποδέχτηκαν πειθήνια την κατήχησή του να μη χάσουν από τα μάτια τους τους σωματοφύλακές τους και του έδειξαν μειλίχια τις με ταμφιέσεις που σκόπευαν να φορέσουν. Μολονότι ο Θομ τού είχε κάνει εκτενή περιγραφή, το σοκ που ένιωσε μόλις είδε τις δυο τους να μεταμορφώνονται μπροστά στα μάτια του σε Εμπουνταρινές ήταν ανάλογο με την πραότητα που επεδείκνυαν οι ίδιες. Το γρύλισμα, πάντως, που βγήκε από το λαρύγγι της Νυνάβε δεν είχε και μεγάλη σχέση με πραότητα, μόλις αντιλήφθηκε πως ο Ματ εννοούσε όσα είχε πει για τις Αελίτισσες που δεν χρειάζονταν σωματοφύλακα. Καθεμιά τους ξεχωριστά, με τα χέρια σταυρωμένα κι απαντώντας ταπεινά στις ερωτήσεις του, τον έκανε να νιώθει νευρικότητα. Κι οι δύο μαζί —συν την Αβιέντα, που ένευε ενθαρρυντικά!— τον έκαναν να θέλει να πάρουν δρόμο μια ώρα αρχύτερα. Ωστόσο, για να βεβαιωθεί, αγνόησε την ξαφνική σιωπή που έπεσε μεταξύ τους και τις έβαλε να κάνουν μια επίδειξη των μεταμφιέσεών τους για τους άντρες που θα έστελνε μαζί τους. Ο Βάνιν αναπήδησε στην προοπτική να είναι ένας από τους σωματοφύλακες της Ηλαίην κι άρχισε να τρίβει το μέτωπό του με τη γροθιά του σαν τρελός.