Выбрать главу

Ο χοντρός δεν είχε μάθει και πολλά από την παρακολούθηση που είχε αναλάβει προσωπικά. Όπως και την προηγούμενη μέρα, ο αριθμός των ατόμων που ζήτησαν να δουν τον Καρίντιν ήταν εντυπωσιακός, συμπεριλαμβανομένων κάποιων με μεταξωτά ρούχα· αυτό δεν σήμαινε απαραιτήτως πως όλοι τους ήταν Σκοτεινόφιλοι. Όπως και να είχε, ο άντρας αυτός ήταν ο πρέσβης των Λευκομανδιτών· οι περισσότεροι που επιθυμούσαν να εμπορευθούν με την Αμαδισία προτιμούσαν να πάνε σε αυτόν παρά στον Αμαδισιανό πρέσβη, όποιος ή όποια κι αν ήταν. Ο Βάνιν είπε ότι δύο γυναίκες παρακολουθούσαν το αρχοντικό του Καρίντιν -η έκφρασή του, όταν αποδείχτηκε πως η Αβιέντα ήταν η τρίτη Εμπουνταρινή, ήταν γεμάτη δέος— όπως κι ένας γέρος, μολονότι απίστευτα δραστήριος, όπως έδειχνε. Ο Βάνιν δεν είχε καταφέρει να τον παρατηρήσει καλά, παρά το ότι τον εντόπισε τρεις φορές. Μόλις ο Βάνιν κι οι γυναίκες έφυγαν, ο Ματ ανέθεσε στον Θομ και στον Τζούιλιν να μάθουν ό,τι ήταν δυνατόν σχετικά με τον Τζάιτσιμ Καρίντιν κι έναν σκυφτό, ασπρομάλλη γέρο με έκδηλο ενδιαφέρον για τους Σκοτεινόφιλους. Αν ο ληστοκυνηγός δεν έβρισκε τρόπο να εμποδίσει άμεσα τον Καρίντιν, σήμαινε πως τέτοιος τρόπος δεν υπήρχε. Ο Θομ, ωστόσο, φαίνεται πως είχε τη δυνατότητα να συνδυάζει τα διάφορα κουτσομπολιά και τις φήμες, φιλτράροντας την αλήθεια. Όλα αυτά, βέβαια, αποτελούσαν το εύκολο μέρος.

Επί δύο μέρες ίδρωνε πάνω σε αυτόν τον πάγκο, βολτάροντας πού και πού στο σοκάκι, δίπλα από το βαφείο, και το μόνο πράγμα που άλλαζε ήταν η γεύση του τσαγιού -προς το χειρότερο, βέβαια. Το κρασί ήταν τόσο κακής ποιότητας, ώστε ο Ναλέσεν άρχισε να πίνει μπύρα. Την πρώτη μέρα, ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας τούς πρόσφερε ψάρια για μεσημεριανό, αλλά η μυρωδιά τους μαρτυρούσε πως είχαν πιαστεί την προηγούμενη βδομάδα. Τη δεύτερη μέρα, τους πρόσφερε βραστά στρείδια· ο Ματ έφαγε πέντε γαβάθες από αυτά, παρά τα κομματάκια από όστρακο που έβρισκε ανάμεσα. Η Μπιργκίτε απέρριψε και τα δύο γεύματα.

Ο Ματ είχε εκπλαγεί όταν η γυναίκα πρόλαβε τον ίδιο και τον Ναλέσεν, ενώ διέσχιζαν βιαστικά την Πλατεία Μολ Χάρα, εκείνο το πρώτο πρωινό. Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει πάνω από τις σκεπές, αλλά ο κόσμος κι οι άμαξες γέμιζαν σιγά-σιγά την πλατεία. «Μάλλον δεν σε πήρα είδηση», είπε η γυναίκα γελώντας. «Περίμενα να σε δω να βγαίνεις. Θα πείραζε να σας κάνω λίγη παρέα;»

«Μερικές φορές κινούμαστε γρήγορα», απάντησε αοριστολογώντας ο Ματ. Ο Ναλέσεν τον λοξοκοίταξε· φυσικά, δεν είχε ιδέα για ποιον λόγο είχαν βγει στα κρυφά από μια μικροσκοπική πλαϊνή πόρτα του στάβλου. Δεν ήταν πως ο Ματ πίστευε ότι η Τάυλιν θα χιμούσε επάνω του βλέποντάς τον στον διάδρομο πρωί-πρωί, αλλά, από την άλλη, ας ήταν προσεκτικός καλού κακού. «Η παρέα σου είναι πάντα ευπρόσδεκτη, ευχαριστώ». Η γυναίκα ανασήκωσε τους ώμους της, μουρμούρισε κάτι που ο Ματ δεν άκουσε καλά, και πήγε από την άλλη μεριά.

Κάπως έτσι ξεκίνησε. Οποιαδήποτε άλλη γυναίκα θα απαιτούσε να μάθει για ποιον λόγο την είχε ευχαριστήσει, έπειτα θα άρχιζε να εξηγεί ότι δεν ήταν απαραίτητο, φλυαρώντας τόσο πολύ που ο Ματ θα κάλυπτε τα αυτιά του για να μην την ακούει. Ίσως πάλι να τον επέπληττε, επειδή δεν θα καταλάβαινε, ή να του ξεκαθάριζε πως περίμενε κάτι πιο ουσιώδες από απλές λέξεις. Η Μπιργκίτε, όμως, απλώς ανασήκωσε τους ώμους της και τις επόμενες δύο μέρες κάτι εντυπωσιακό συνέβη στο μυαλό του.

Συνήθως, θεωρούσε πως οι γυναίκες υπήρχαν για να τις θαυμάζεις, για να τους χαμογελάς, για να χορεύεις μαζί τους κι, αν ήσουν τυχερός και σου το επέτρεπαν, να τις αγκαλιάζεις και να τις φιλάς. Η απόφαση να κορτάρει μια γυναίκα τού προκαλούσε την ίδια έξαψη με το ίδιο το φλερτ, ίσως δε να ήταν εξίσου διεγερτικό με το να την καταφέρει. Βέβαια, με μερικές γυναίκες δεν είχε παρά μόνο φιλικές σχέσεις. Με λίγες. Η Εγκουέν, για παράδειγμα, ήταν μία από αυτές, αν και δεν έβλεπε με ποιον τρόπο θα επιβίωνε η φιλία τους από τη στιγμή που θα ανακηρυσσόταν Άμερλιν κι επισήμως. Η Νυνάβε ήταν κάτι σαν φίλη· αν, δηλαδή, μπορούσε να ξεχάσει έστω και για μια ώρα τις ξυλιές που του είχε δώσει στα πισινά, και να θυμηθεί πως ο Ματ δεν ήταν πια πιτσιρίκος. Ωστόσο, η φιλική σχέση με μια γυναίκα ήταν εντελώς διαφορετική από αυτή με έναν άντρα· ήξερες πάντα πως το μυαλό της λειτουργούσε διαφορετικά κι ότι έβλεπε τον κόσμο με άλλα μάτια.

Η Μπιργκίτε έγειρε προς το μέρος του, πάνω στον πάγκο. «Καλύτερα να προσέχεις», μουρμούρισε. «Αυτή η χήρα ψάχνει άντρα. Το θηκάρι στο γαμήλιο μαχαίρι της είναι γαλάζιο. Εξάλλου, το σπίτι είναι εκεί πέρα».

Ο Ματ βλεφάρισε κι έχασε από τα μάτια του την ομορφούλα και στρουμπουλή γυναίκα που λίκνιζε τους γοφούς της τόσο επιδεικτικά καθώς περπατούσε. Η Μπιργκίτε γέλασε παρατηρώντας το ανόητο χαμόγελό του. Η Νυνάβε θα του τα είχε ψάλει και μόνο που κοίταξε, ενώ ακόμα κι η Εγκουέν δεν θα το ενέκρινε καθόλου. Προς το τέλος της δεύτερης μέρας πάνω σε αυτόν τον πάγκο, συνειδητοποίησε πως όλο αυτό το διάστημα καθόταν με τον γοφό του πιεσμένο σε αυτόν της Μπιργκίτε και δεν είχε σκεφτεί ούτε στιγμή να προσπαθήσει να τη φιλήσει. Ήταν σίγουρος πως η ίδια δεν το ήθελε -δεδομένου ότι απολάμβανε να κοιτάει διάφορους κακάσχημους άντρες, ίσως ο Ματ να θεωρούσε προσβολή το αντίθετο. Άλλωστε, επρόκειτο για μια ηρωίδα βγαλμένη από τους θρύλους, έτοιμη, στα μάτια του, να πηδήξει στην οροφή ενός σπιτιού και να αρπάξει από τον λαιμό έναν δυο Αποδιωγμένους. Τα πράγματα, όμως, δεν ήταν έτσι. Όσο επιθυμούσε να φιλήσει τον Ναλέσεν, άλλο τόσο επιθυμούσε να φιλήσει κι αυτήν. Συμπαθούσε την Μπιργκίτε, όπως και τον Δακρυνό.