Δύο μέρες σε αυτόν τον πάγκο, πάνω κάτω στο σοκάκι, δίπλα στο βαφείο, αντίκριζε τον ψηλό τούβλινο τοίχο, στο πίσω μέρος του κήπου του σπιτιού. Η Μπιργκίτε θα μπορούσε να τον έχει σκαρφαλώσει, αλλά ακόμα κι αυτή πιθανόν να έσπαγε τον λαιμό της, αν το επιχειρούσε με φόρεμα. Τρεις φορές αποφάσισε παρορμητικά να ακολουθήσει τις γυναίκες που έβγαιναν από το σπίτι, δύο εκ των οποίων φορούσαν την πορφυρή ζώνη των Σοφών. Η πιθανότητα να επικαλεστεί την τύχη του δεν ήταν μεγάλη. Μια από τις Σοφές έστριψε στη γωνία, αγόρασε μια αρμαθιά μαραμένα γογγύλια κι επέστρεψε, ενώ η άλλη πήγε δύο δρόμους πιο κάτω, για να αγοράσει ένα ζευγάρι μεγάλα ψάρια με πράσινες ρίγες. Η τρίτη γυναίκα, ίσως Δακρυνή, ψηλή και σκουρόχρωμη, μέσα σε ένα σεμνό γκρίζο μάλλινο ρούχο, διέσχισε δύο γέφυρες προτού μπει σε ένα μεγάλο μαγαζί, όπου ένας λιπόσαρκος σκυφτός τύπος τη χαιρέτησε χαμογελώντας. Κατόπιν, άρχισε να επιβλέπει το φόρτωμα των λουστραρισμένων κουτιών και των δίσκων σε καλάθια γεμάτα πριονίδι, τα οποία, ακολούθως, φορτώνονταν σε μια άμαξα. Απ' όσο άκουσε, η γυναίκα ήλπιζε να κουβαλήσει στο Άντορ μια ποσότητα ασημιού με αυτά. Ο Ματ δεν κατόρθωσε να φύγει με άδεια χέρια, κι έτσι αγόρασε ένα κουτί. Σιγά την τύχη!
Όμως κι οι άλλοι δεν τα είχαν πάει καλύτερα. Η Νυνάβε, η Ηλαίην κι η Αβιέντα τριγύριζαν στους δρόμους γύρω από το μικρό αρχοντικό του Καρίντιν χωρίς να αναγνωρίσουν κανέναν, γεγονός που εκμηδένισε τις ελπίδες τους. Εξακολουθούσαν να μη λένε ποιον έψαχναν, αλλά δεν είχε και πολλή σημασία, μια και δεν υπήρχε και πολύς κόσμος στους δρόμους. Αυτό ισχυρίστηκαν, τουλάχιστον, με τρόπο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Ο Ματ σκέφτηκε πως ίσως ήταν καλύτερο να εκλάβει τις γκριμάτσες τους ως χαμόγελα. Ήταν κρίμα που η Αβιέντα είχε δέσει απόλυτα με τις άλλες δύο, αλλά κάποια στιγμή που ο Ματ τις πίεσε να του δώσουν ορισμένες απαντήσεις, η Ηλαίην τον έκοψε απότομα με το βλέμμα χαμηλωμένο κι η Αελίτισσα ψιθύρισε κάτι στο αυτί της.
«Συγχώρεσέ με, Ματ», είπε η Ηλαίην με ειλικρίνεια κι αναψοκοκκινίζοντας τόσο πολύ, ώστε τα μαλλιά της, συγκριτικά, έμοιαζαν ωχρά. «Σου ζητάω ταπεινά συγγνώμη που σου μίλησα έτσι. Θα... Θα πέσω στα γόνατα, αν επιθυμείς». Δεν ήταν να απορεί κανείς που κόμπιαζε στο τέλος.
«Δεν χρειάζεται», απάντησε αυτός αμυδρά, προσπαθώντας να μη δείξει έκπληξη. «Συγχωρεμένη. Δεν τρέχει τίποτα». Το πιο παράξενο, όμως, ήταν ότι η Ηλαίην κοιτούσε συνεχώς την Αβιέντα όση ώρα μιλούσε μαζί του κι ούτε καν τρεμόπαιξε τα μάτια της όταν της απάντησε. Απλώς, ανάσανε ανακουφισμένη μόλις η Αβιέντα ένευσε καταφατικά. Παράξενες που ήταν οι γυναίκες.
Ο Θομ ανέφερε πως ο Καρίντιν είχε συχνά πάρε δώσε με ζητιάνους κι ότι, πέρα απ' αυτό, οι φήμες που κυκλοφορούσαν στο Έμπου Νταρ σχετικά με το άτομό του ήταν οι αναμενόμενες· ανάλογες, δηλαδή, με το αν αυτός που τις διέδιδε θεωρούσε τους Λευκομανδίτες αποτρόπαια τέρατα ή σωτήρες του κόσμου. Ο Τζούιλιν έμαθε πως ο Καρίντιν είχε αγοράσει ένα λεπτομερές σχέδιο του παλατιού Τάρασιν, πράγμα που μπορεί να έδειχνε τις προθέσεις των Λευκομανδιτών όσον αφορά στο Έμπου Νταρ. Ίσως, όμως, να έδειχνε κι ότι ο Πέντρον Νάιαλ επιθυμούσε ένα προσωπικό παλάτι και σκόπευε να αντιγράψει το Τάρασιν. Αν ζούσε ακόμα· στην πόλη κυκλοφορούσαν φήμες πως ήταν ήδη νεκρός, αλλά οι μισοί ισχυρίζονταν ότι τον είχαν σκοτώσει οι Άες Σεντάι κι οι άλλοι μισοί ότι το είχε κάνει ο Ραντ, πράγμα που έδειχνε πως οι πηγές δεν ήταν και τόσο αξιόπιστες. Ούτε ο Τζούιλιν ούτε ο Θομ είχαν ανακαλύψει το παραμικρό σχετικά με έναν ασπρομάλλη γέρο με ρυτιδιασμένο πρόσωπο.
Απογοήτευση για το ζήτημα του Καρίντιν, απογοήτευση από την παρακολούθηση αυτού του καταραμένου σπιτιού, όσον αφορά στο παλάτι δε...
Ο Ματ ανακάλυψε πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα εκείνη την πρώτη νύχτα μόλις επέστρεψε στα διαμερίσματά του. Ο Όλβερ ήταν εκεί, καλοταϊσμένος και βολεμένος σε ένα κάθισμα, παρέα με Τα Ταξίδια του Τζάιν τον Πεζοπόρου, κάτω από το φως των φανών, διόλου αναστατωμένος που τον είχαν μετακινήσει από το δωμάτιο του. Ο Μαντίκ είχε τηρήσει τον λόγο του και, βέβαια, δεν είχε παραλείψει να χώσει και το χρυσάφι στο πουγκί του. Το μελαγχολικό δωμάτιο φιλοξενούσε τώρα το κρεβάτι του Όλβερ. Ας τολμούσε η Τάυλιν να κάνει κάτι, με ένα παιδί να την παρακολουθεί! Η Βασίλισσα, ωστόσο, δεν κάθισε άπραγη. Ο Ματ ξεγλίστρησε λαθραία στην κουζίνα, σαν αλεπού, αλαφροπατώντας από τη μία γωνία στην άλλη, κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια σαν αστραπή —αλλά δεν βρήκε φαΐ να τον περιμένει.