Выбрать главу

Οι σκέψεις του Ματ γύριζαν γύρω από αυτά τα καταραμένα ζάρια που κυλούσαν μέσα στο μυαλό του. Για ποιον λόγο, άραγε, είχαν ξαναρχίσει τον χορό τους; Εδώ καλά-καλά, δεν είχε ιδέα γιατί αυτός ο χορός είχε ξεκινήσει καν!

Όταν ο Όλβερ τελικά ντύθηκε, ακολούθησε τον Ματ στο καθιστικό, μουρμουρίζοντας ερωτήσεις που ελάχιστα ακούγονταν και πέφτοντας πάνω του μόλις ο άλλος σταμάτησε απότομα. Η Τάυλιν επανατοποθέτησε στο τραπέζι το βιβλίο που διάβαζε ο Όλβερ το προηγούμενο βράδυ.

«Μεγαλειοτάτη!» Το βλέμμα του Ματ έπεσε πάνω στην πόρτα που είχε κλειδώσει την περασμένη νύχτα και που τώρα έστεκε ορθάνοιχτη. «Τι έκπληξη». Τράβηξε τον Όλβερ από το μπράτσο και τον έβαλε ανάμεσα στον ίδιο και στο ειρωνικό χαμόγελο της γυναίκας. Τέλος πάντων, μπορεί να μην ήταν ακριβώς ειρωνικό, αλλά έτσι έμοιαζε εκείνη τη στιγμή. Η Τάυλιν σίγουρα ήταν ικανοποιημένη από τον εαυτό της. «Ετοιμαζόμουν να βγάλω βόλτα τον Όλβερ. Θα πηγαίναμε στο πανηγύρι και σε κάποιο πλανόδιο θηριοτροφείο. Θέλει να του αγοράσω μια φτερωτή μάσκα». Έκλεισε ερμητικά το στόμα του, για να πάψει να φλυαρεί, και κίνησε για την πόρτα, χρησιμοποιώντας το αγόρι σαν ασπίδα.

«Ναι», μουρμούρισε η Τάυλιν, παρακολουθώντας τους μέσα από μισάνοιχτα βλέφαρα. Δεν έκανε καμιά κίνηση να παρέμβει, αλλά το χαμόγελό της πλάτυνε, λες και περίμενε πώς και πώς να πέσει ο Ματ στην παγίδα. «Καλύτερα να τον συνοδεύει κάποιος παρά να τρέχει παρέα με τα αλάνια, όπως άκουσα ότι κάνει. Πολλά ακούγονται για σένα, μικρέ. Ρισέλ;»

Μια γυναίκα εμφανίστηκε στην είσοδο κι ο Ματ αναπήδησε ξαφνιασμένος. Μια αλλοπρόσαλλη μάσκα από στροβιλιζόμενα φτερά έκρυβαν το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου της, αλλά τα φτερά στην υπόλοιπη φορεσιά της δεν έκρυβαν και πολλά πράγματα. Η γυναίκα είχε το πιο εντυπωσιακό στήθος που είχε δει ποτέ του.

«Όλβερ», είπε, γονατίζοντας μπροστά στο αγόρι. «Θέλεις να έρθεις μαζί μου στο πανηγύρι;» Του έδειξε μια μάσκα που έμοιαζε σαν πρασινοκόκκινο γεράκι, ακριβώς στα μέτρα του.

Πριν ακόμα προλάβει ο Ματ να ανοίξει το στόμα του, ο Όλβερ ελευθερώθηκε από το κράτημά του κι έτρεξε προς τη γυναίκα. «Ναι, βέβαια, ευχαριστώ». Ο αχάριστος μικρός κατεργάρης γέλασε καθώς εκείνη του έδενε τη μάσκα στο πρόσωπο, σφίγγοντάς τον πάνω στο στήθος της. Τον έπιασε από το χέρι και βγήκαν έξω, αφήνοντας τον Ματ με το στόμα ανοικτό.

Συνήλθε αρκετά γρήγορα μόλις άκουσε τα λόγια της Τάυλιν. «Είσαι τυχερός που δεν είμαι ζηλιάρα, γλυκέ μου». Έβγαλε το μεγάλο σιδερένιο κλειδί της πόρτας του από τη χρυσαφιά κι ασημένια ζώνη της και κατόπιν ένα άλλο, ολόιδιο, σείοντας και τα δύο μπροστά στα μάτια του. «Ο κόσμος τοποθετεί τα κλειδιά σε ένα κουτί, δίπλα στην πόρτα». Εκεί ο Ματ είχε αφήσει το δικό του. «Και κανείς δεν σκέφτεται ότι μπορεί να υπάρχει και δεύτερο κλειδί». Έβαλε το ένα κλειδί πίσω από τη ζώνη της και το άλλο στην κλειδαριά. Ένας ξερός μεταλλικός ήχος ακούστηκε κι έπειτα το δεύτερο κλειδί ακολούθησε το πρώτο. «Βλέπεις, μανάρι μου;» του είπε χαμογελώντας.

Ε, αυτό παραπήγαινε. Αυτή η γυναίκα πρώτα τον κυνήγησε, έπειτα προσπάθησε να τον κάνει να λιμοκτονήσει και τώρα κλείδωνε και τους δυο τους μέσα, λες και ήταν... δεν ήξερε τι. Άκου μανάρι! Τα καταραμένα ζάρια αναπηδούσαν στο κρανίο του κι, επιπλέον, είχε να ασχοληθεί με διάφορα σημαντικά ζητήματα. Τα ζάρια δεν είχαν να κάνουν με αυτό που έψαχνε να βρει, ωστόσο... Την έφθασε με δύο δρασκελιές, της άρπαξε το μπράτσο κι άρχισε να ψάχνει τη ζώνη της για τα κλειδιά. «Δεν έχω χρόνο, που να πάρει-» Μαρμάρωσε, καθώς η αιχμηρή μύτη του εγχειριδίου της ακούμπησε στο πηγούνι του, αναγκάζοντάς τον να σωπάσει και να ανασηκωθεί στις μύτες των ποδιών του.

«Πάρε το χέρι σου», του είπε η γυναίκα ψυχρά. Ο Ματ κοίταξε δειλά-δειλά προς τα κάτω το πρόσωπό της. Η Τάυλιν δεν χαμογελούσε πια κι αυτός αποτράβηξε το χέρι του προσεκτικά. Η πίεση της λάμας πάνω στην επιδερμίδα του δεν ελαττώθηκε, ωστόσο. Κούνησε το κεφάλι της. «Τς, τς. Προσπαθώ να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για σένα, μια κι είσαι ξενομερίτης, χαζούλη, αλλά εσύ θες να το παίξεις δύσκολος... Ακούμπησε τα χέρια στα πλευρά σου και προχώρα». Τον κατηύθυνε με την αιχμή του μαχαιριού της. Ο Ματ έκανε μερικά βήματα πίσω, περπατώντας στις μύτες, θεωρώντας πως ήταν προτιμότερο να υπακούσει παρά να βρεθεί με κομμένο τον λαιμό.