Выбрать главу

«Τι σκοπεύεις να κάνεις;» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του. Ο τεντωμένος του λαιμός εμπόδιζε τη φωνή του να βγει κανονικά. Και, βέβαια, δεν ήταν μονάχα αυτό το πρόβλημα. «Λοιπόν;» Θα μπορούσε να προσπαθήσει να της αρπάξει τον καρπό, μια κι ήταν αρκετά επιδέξιος και γρήγορος. «Τι σκοπεύεις να κάνεις;» Άραγε, θα τον αποτελείωνε στο άψε σβήσε, με το μαχαίρι να ακουμπάει ήδη τον λαιμό του; Το ένα ερώτημα ήταν αυτό και το άλλο αυτό που τη ρώτησε προηγουμένως. Αν η γυναίκα σκόπευε να τον σκοτώσει, μια απλή ώθηση στον καρπό της ήταν αρκετή για να βυθίσει τη λάμα μέχρι τον εγκέφαλό του. «Θα μου απαντήσεις;» Δεν ήταν πανικός αυτό που διακρινόταν στη φωνή του, αφού ο ίδιος δεν ένιωθε πανικόβλητος. «Μεγαλειοτάτη; Τάυλιν;» Τέλος πάντων, μπορεί και να είχε πανικοβληθεί λιγάκι, για να φθάσει στο σημείο να χρησιμοποιεί το όνομά της. Μπορούσες να αποκαλέσεις οποιαδήποτε γυναίκα στο Έμπου Νταρ «παπάκι» ή «γλύκα» κι αυτή να χαμογελάσει καλοκάγαθα, αλλά ας έκανες να τη φωνάξεις με το όνομά της χωρίς να σου το επιτρέψει η ίδια πρώτα, κι η υποδοχή στην οποία θα τύγχανες θα ήταν πολύ πιο... θερμή απ’ ό,τι αν κορόιδευες κάποια αλλόκοτη γυναίκα στον δρόμο οπουδήποτε αλλού. Μερικά φευγαλέα φιλιά δεν θεωρούνταν ότι του έδιναν το δικαίωμα για κάτι τέτοιο.

Η Τάυλιν δεν απάντησε, παρά μόνο συνέχισε να τον αναγκάζει να πισωπατεί στις μύτες, μέχρι που ξαφνικά οι ώμοι του χτύπησαν πάνω σε κάτι το οποίο σταμάτησε την πορεία του. Με αυτό το καυτό μαχαίρι να μην υποχωρεί ούτε ίντσα, αδυνατούσε να κουνήσει το κεφάλι του· το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ρίχνει το βλέμμα του από δω κι από κει ή να το καρφώνει επάνω της. Βρέθηκαν στην κρεβατοκάμαρα, με τον κόκκινο ανθοσκάλιστο στύλο του κρεβατιού να πιέζει την ωμοπλάτη του. Γιατί θα μπορούσε να τον φέρει μέχρι εκεί...; Το πρόσωπό του αναψοκοκκίνισε ξαφνικά, παίρνοντας το χρώμα του στύλου. Όχι, δεν μπορεί να εννοούσε πως... Δεν ήταν κόσμιο! Ήταν αδύνατον!

«Δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό», μουρμούρισε προς το μέρος της. Αν η φωνή του ακούστηκε λαχανιασμένη κι ασυγκράτητη, σίγουρα είχε λόγο.

«Κοίτα να μαθαίνεις, γατούλη μου», απάντησε η Τάυλιν και τράβηξε το γαμήλιο μαχαίρι της.

Ύστερα από κάμποση ώρα, ο Ματ σήκωσε νευριασμένος το σεντόνι για να καλύψει το στήθος του. Ήταν ένα μεταξωτό σεντόνι. Ο Ναλέσεν είχε δίκιο. Η Βασίλισσα της Αλτάρα σφύριζε χαρούμενα δίπλα στο κρεβάτι, με τα χέρια πίσω από την πλάτη της για να κουμπώσει τα κουμπιά του φορέματός της. Το μόνο πράγμα που είχε παραμείνει πάνω στο κορμί του Ματ ήταν το μενταγιόν με την κεφαλή της αλεπούς περασμένο στο κορδόνι του -σιγά τη μεγάλη βοήθεια που του είχε προσφέρει — και το μαύρο μαντίλι που ήταν τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό του. Μια κορδέλα πάνω στο δώρο που του πρόσφερε, έτσι το αποκαλούσε η καταραμένη γυναίκα. Κύλησε κι άρπαξε την πίπα με το ασημί στόμιο και το σακουλάκι με το ταμπάκ που ήταν ακουμπισμένα στο μικρό τραπεζάκι, στην άλλη μεριά από αυτή που βρισκόταν η Τάυλιν. Οι χρυσές λαβίδες και τα ζεστά κάρβουνα, μέσα στο χρυσό δοχείο με την άμμο, του χρησίμευσαν για να την ανάψει. Σταύρωσε τα χέρια του κι άρχισε να ξεφυσάει τον καπνό με μανία, συνοφρυωμένος.

«Μην κάνεις σπασμωδικές κινήσεις, παπάκι μου, και μη στραβομουτσουνιάζεις». Τράβηξε το εγχειρίδιο από το σημείο που είχε καρφωθεί, πάνω στον στύλο του κρεβατιού, πλάι στο γαμήλιο μαχαίρι της, και κοίταξε εξεταστικά τη μύτη του πριν το θηκαρώσει. «Τι συμβαίνει; Ξέρεις καλά ότι το ευχαριστήθηκες όσο κι εγώ, αλλά...» Το γέλιο της ήταν ξαφνικό και πλούσιο καθώς τοποθετούσε στο θηκάρι και το γαμήλιο μαχαίρι, επίσης. «Αν αυτό είναι μονάχα ένα μέρος τού τι σημαίνει να είσαι τα'βίρεν, θα πρέπει να είσαι ιδιαίτερα δημοφιλής». Το πρόσωπο του Ματ έγινε κόκκινο σαν φλόγα.

«Δεν είναι φυσιολογικό», ξέσπασε, τραβώντας απότομα το στέλεχος της πίπας ανάμεσα από τα δόντια του. «Υποτίθεται ότι εγώ είμαι ο κυνηγός!» Τα έκπληκτα μάτια της σίγουρα αντανακλούσαν τα δικά του. Αν η Τάυλιν δεν ήταν παρά μια απλή σερβιτόρα και του χαμογελούσε με τον κατάλληλο τρόπο, ίσως και να δοκίμαζε την τύχη του -με την προϋπόθεση, βέβαια, πως αυτή η σερβιτόρα δεν θα είχε κανένα μυξιάρικο που του άρεσε να ανοίγει τρύπες στους ανθρώπους- ωστόσο, όντως ήταν αυτός ο κυνηγός. Δεν του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό στο παρελθόν. Όχι ότι είχε χρειαστεί, δηλαδή.

Η Τάυλιν άρχισε να γελάει, κουνώντας το κεφάλι της και σκουπίζοντας τα μάτια της με τα δάχτυλά της. «Αχ, πιτσουνάκι μου. Όλο το ξεχνάω. Στο Έμπου Νταρ βρίσκεσαι. Σου άφησα ένα δωράκι στο καθιστικό». Τον χτύπησε χαϊδευτικά στο πόδι, πάνω από το σεντόνι. «Φάε καλά σήμερα. Θα χρειαστείς τη δύναμή σου».