Выбрать главу

Ο Ματ πέρασε τα χέρια του πάνω από τα μάτια του και πάσχισε να μην κλάψει. Όταν τα τράβηξε, η γυναίκα είχε φύγει.

Κατέβηκε από το κρεβάτι, τυλίγοντας το σεντόνι γύρω του. Για κάποιον λόγο, δεν ένιωθε άνετα στην ιδέα να περπατάει γυμνός. Η καταραμένη η γυναίκα ήταν ικανή να ξεπεταχτεί από καμιά ντουλάπα. Τα ρούχα του ήταν πεταμένα στο πάτωμα. Γιατί να μπεις στον κόπο να φτιάχνεις δαντέλες, αναρωτήθηκε πικρόχολα, όταν μπορείς να κόψεις τα ρούχα κάποιου άλλον! Ωστόσο, η γυναίκα δεν είχε διάθεση να τεμαχίσει το κόκκινο πανωφόρι του. Απλώς, απόλαυσε να τον ξεφλουδίζει με το μαχαίρι της.

Δίχως να κρατάει ακριβώς την ανάσα του, άνοιξε απότομα την ψηλή κόκκινη κι επιχρυσωμένη ντουλάπα. Η γυναίκα δεν είχε κρυφτεί εκεί. Οι επιλογές του ήταν περιορισμένες. Τα περισσότερα πανωφόρια του τα είχε στείλει ο Νέριμ για καθάρισμα ή για επιδιόρθωση. Ντύθηκε γοργά, διαλέγοντας ένα απλό ρούχο από μετάξι σε σκούρο μπρούντζινο χρώμα, κι έπειτα έχωσε τα κομμένα κουρέλια κάτω από το κρεβάτι, σε σημείο που να μπορεί να τα φτάσει, μέχρις ότου κατάφερνε να τα ξεφορτωθεί χωρίς να τον πάρει είδηση ο Νέριμ ή οποιοσδήποτε άλλος. Αρκετός κόσμος γνώριζε ήδη ότι κάτι έτρεχε ανάμεσα σε αυτόν και στην Τάυλιν· καλύτερα να μη βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον που ήξερε.

Στο καθιστικό, ανασήκωσε το καπάκι του λουστραρισμένου κουτιούδίπλα στην πόρτα κι, αναστενάζοντας, το άφησε να πέσει ξανά. Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενε πως η Τάυλιν θα είχε τοποθετήσει πίσω το κλειδί. Ακούμπησε πάνω στην πόρτα. Την ξεκλείδωτη πόρτα. Μα το Φως, τι έπρεπε να κάνει; Να επιστρέψει στο πανδοχείο; Καιγόταν να μάθει για ποιον λόγο τα ζάρια είχαν σταματήσει τον χορό τους. Φυσικά, θεωρούσε ικανή την Τάυλιν να δωροδοκήσει την Κυρά Ανάν, την Ένιντ ή κι οποιονδήποτε άλλον πανδοχέα. Εξίσου ικανές θεωρούσε τη Νυνάβε και την Ηλαίην να ισχυριστούν ότι είχε αθετήσει τη συμφωνία τους κι έτσι να μην τηρήσουν τις υποσχέσεις τους. Που να καίγονταν όλες οι γυναίκες!

Ένα μεγάλο πακέτο, περίτεχνα τυλιγμένο σε πράσινο χαρτί, βρισκόταν πάνω σε ένα τραπέζι. Περιείχε μια χρυσόμαυρη μάσκα, η οποία αναπαριστούσε το κεφάλι ενός αετού, κι ένα πανωφόρι καλυμμένο με φτερά, που ταίριαζε με τη μάσκα. Υπήρχε ακόμα ένα πουγκί από κόκκινο μετάξι με είκοσι χρυσά νομίσματα μέσα, κι ένα σημείωμα με λουλουδιαστή ευωδιά.

Θα σου είχα αγοράσει σκουλαρίκι, γουρουνάκι, αλλά πρόσεξα πως το αυτί σου δεν είναι τρυπημένο. Όπως και να έχει, πάρε για τον εαυτό σου κάτι ωραίο.

Κόντεψε να βάλει ξανά τα κλάματα. Αυτός έπρεπε να κάνει δώρα στις γυναίκες. Χάλασε ο κόσμος! Πώς τον είχε αποκαλέσει; Γουρουνάκι; Μα το Φως! Πήρε τη μάσκα έπειτα από ένα λεπτό· και μόνο για το πανωφόρι του, είχε γίνει ιδιοκτησία της.

Όταν τελικά έφτασε στη μικρή σκιερή αυλή που συναντιούνταν κάθε πρωί, δίπλα σε μια μικροσκοπική στρογγυλή λιμνούλα με νούφαρα κι άσπρα ψάρια με λαμπερές βούλες, βρήκε τον Ναλέσεν και την Μπιργκίτε έτοιμους για το Πανηγύρι των Πουλιών. Ο Δακρυνός είχε αρκεστεί σε μια απλή πράσινη μάσκα, αλλά αυτή που φορούσε η Μπιργκίτε έμοιαζε ψεκασμένη με κίτρινα και κόκκινα χρώματα κι είχε ένα λοφίο με φτερά. Τα χρυσαφένια της μαλλιά κρέμονταν ελεύθερα, με φτερά δεμένα σε όλο τους το μήκος, κι η ίδια φορούσε ένα φόρεμα με μια πλατιά κίτρινη ζώνη, διάφανο κάτω από άλλα κιτρινοκόκκινα φτερά. Δεν ήταν τόσο αποκαλυπτικό όσο της Ρισέλ, αλλά το κορμί της διαγραφόταν ξεκάθαρα σε κάθε κίνηση. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ ότι αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να φοράει ένα φόρεμα όπως οι άλλες.

«Μερικές φορές έχει πλάκα να σε κοιτάζουν», του είπε, τσιγκλώντας τον στα πλευρά, όταν αυτός έκανε κάποιο σχόλιο. Το χαμόγελο της ήταν ίδιο με του Ναλέσεν όταν έλεγε πόση πλάκα είχε να τσιμπάς τις σερβιτόρες. «Είναι πιο βαρύ από αυτά που φορούν οι φτερωτοί χορευτές, αλλά όχι τόσο ώστε να εμποδίζει τις κινήσεις μου, άσε που δεν νομίζω πως θα χρειαστεί να μετακινηθούμε γρήγορα σε αυτήν την πλευρά του ποταμού». Τα ζάρια κροτάλισαν μέσα στο μυαλό του. «Γιατί άργησες;» τον ρώτησε. «Ελπίζω να μη μας άφησες να περιμένουμε, ενώ εσύ διασκέδαζες με κάποια χαριτωμένη κοπελιά, έτσι;» Ο Ματ ήλπιζε να μην είχε αναψοκοκκινίσει.

«Εγώ-» Δεν ήταν σίγουρος τι είδους δικαιολογία έπρεπε να προβάλει, αλλά ακριβώς τότε μισή ντουζίνα άντρες με φτερωτά καπέλα εμφανίστηκαν να σουλατσάρουν στην αυλή, με εκείνα τα στενά ξίφη περασμένα στους γοφούς τους. Όλοι τους, εκτός από έναν, φορούσαν αυτές τις περίτεχνες μάσκες με τα πολύχρωμα λοφία και τα ράμφη που αντιπροσώπευαν πουλιά άγνωστα στα ανθρώπινα μάτια. Η εξαίρεση ήταν ο Μπέσλαν, που στριφογύριζε τη μάσκα του από το λουρί της. «Μα το αίμα και τις στάχτες, τι κάνει αυτός εδώ;»