Выбрать главу

«Ο Μπέσλαν;» Ο Ναλέσεν σταύρωσε τα χέρια του πάνω στη σφαιρική λαβή του ξίφους του και κούνησε το κεφάλι του γεμάτος δυσπιστία. «Απ' ό,τι είπε, σκοπεύει να σου κάνει παρέα στο πανηγύρι. Κάτι υποσχεθήκατε ο ένας στον άλλον, έτσι λέει. Του είπα πως θα βαρεθεί μέχρι θανάτου, αλλά δεν με πίστεψε».

«Αδυνατώ να καταλάβω πώς μπορεί να είναι κάτι βαρετό κοντά στον Ματ», είπε ο γιος της Τάυλιν. Η υπόκλιση που έκανε απευθυνόταν σε όλους, αλλά τα σκοτεινά του μάτια παρέμειναν λίγο παραπάνω στην Μπιργκίτε. «Ποτέ μου δεν πέρασα καλύτερα από τη Νυχτιά Σγουόβαν, όταν τα ήπιαμε μαζί και παρέα με την Πρόμαχο της Αρχόντισσας Ηλαίην, αν κι η αλήθεια είναι πως ελάχιστα θυμάμαι». Φαίνεται πως δεν αναγνώρισε την Πρόμαχο. Παραδόξως, και λαμβάνοντας υπ' όψιν το γούστο της για τους άντρες —ο Μπέσλαν ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος αλλά όχι ο τύπος της- η Μπιργκίτε χαμογέλασε ελαφρά και κορδώθηκε κάτω από το εξεταστικό του βλέμμα.

Εκείνη τη στιγμή, ο Ματ δεν έδινε πεντάρα για το πόσο αχαρακτήριστη ήταν η συμπεριφορά της. Προφανώς, ο Μπέσλαν δεν ψυλλιάστηκε τίποτα, αλλιώς θα είχε τραβήξει ήδη εκείνο το σπαθί, αλλά το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσε ο Ματ ήταν να περάσει τη μέρα του παρέα με αυτόν τον τύπο. Θα ήταν μαρτυρικό. Του είχε απομείνει μια αίσθηση κοσμιότητας, κάτι που δεν συνέβαινε με τη μητέρα του Μπέσλαν.

Το μόνο πρόβλημα ήταν ο Μπέσλαν, ο οποίος είχε πάρει πολύ σοβαρά αυτή την καταραμένη υπόσχεση να συμμετάσχουν μαζί σε όλα τα πανηγύρια και τις γιορτές. Όσο περισσότερο συμφωνούσε ο Ματ με τον Ναλέσεν ότι η προσχεδιασμένη μέρα θα ήταν βαρετή πέραν πάσης φαντασίας, τόσο πιο αποφασισμένος γινόταν ο Μπέσλαν. Ύστερα από λίγο, το πρόσωπό του άρχισε να σκοτεινιάζει κι ο Ματ σκέφτηκε πως εκείνο το σπαθί ήταν ακόμα θηκαρωμένο. Τέλος πάντων, η υπόσχεση ήταν υπόσχεση. Όταν έφυγε από το παλάτι, μαζί με τον Ναλέσεν και την Μπιργκίτε, μισή ντουζίνα φτερωτοί τρελαμένοι τούς ακολούθησαν καμαρωτοί, κάτι που ο Ματ ήταν σίγουρος πως δεν θα συνέβαινε, αν η Μπιργκίτε φορούσε ευπρεπέστερα ρούχα. Όλοι τής έριχναν ματιές και χαμογελούσαν.

«Τι ήταν όλα αυτά τα τσαλιμάκια όσο ο νεαρός σε έτρωγε με τα μάτια;» μουρμούρισε καθώς διέσχιζαν την Πλατεία Μολ Χάρα. Έδεσε πιο σφικτά την κορδέλα που κρατούσε στη θέση της τη μάσκα του αετού.

«Δεν ήταν τσαλιμάκια, απλώς οι πράξεις του με συγκίνησαν». Η σεμνότητά της ήταν τόσο κατάφωρα ψεύτικη, ώστε υπό άλλες συνθήκες ο Ματ θα είχε σκάσει στα γέλια. «Κάπως, δηλαδή». Ξαφνικά, το χαμόγελο της επέστρεψε και χαμήλωσε την ένταση της φωνής της για να την ακούει μόνο αυτός. «Σου είπα, μερικές φορές έχει πλάκα να σε κοιτάζοουν. Το γεγονός ότι είναι όλοι τους τόσο χαριτωμένοι δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να απολαμβάνω το κοίταγμά τους. Α, να κάποια που σίγουρα θα τραβούσε το βλέμμα σου», πρόσθεσε, δείχνοντας προς το μέρος μιας λεπτοκαμωμένης γυναίκας που έτρεχε βιαστική, φορώντας μια γαλάζια μάσκα κουκουβάγιας κι έχοντας επάνω της ακόμα λιγότερα φτερά από τη Ρισέλ.

Να κάτι στο οποίο ξεχώριζε η Μπιργκίτε· μπορούσε να τον τσιγκλάει στα πλευρά και να του δείχνει ένα όμορφο κορίτσι κατά τον ίδιο τρόπο που θα το έκανε κι ένας άντρας, περιμένοντας εκ μέρους του να κάνει το ίδιο για κάτι που θα της άρεσε, δηλαδή για τον ασχημότερο άντρα που θα τριγυρνούσε εκεί γύρω. Ανεξάρτητα από το αν είχε αποφασίσει να κυκλοφορεί ημίγυμνη σήμερα -ή, εν πάση περιπτώσει, γυμνή κατά το ένα τέταρτο— δεν ήταν παρά μια... φίλη. Τελικά, ο κόσμος ήταν παράξενος. Από τη μια, υπήρχε μια γυναίκα που κατέληξε να τη θεωρεί σύντροφο στην κρασοκατάνυξη, κι από την άλλη, υπήρχε άλλη μία που τον διεκδικούσε όσο θα διεκδικούσε ο ίδιος μια χαριτωμένη νεαρή, σύμφωνα με αυτές τις παλιές αναμνήσεις ή ακόμα και τις προσωπικές του. Ίσως και περισσότερο, μια κι ο Ματ δεν είχε κυνηγήσει ποτέ του γυναίκα ενάντια στη θέλησή της. Όντως, ο κόσμος ήταν πολύ παράξενος.

Ο ήλιος είχε περάσει τα μισά της διαδρομής του προς το ζενίθ, αλλά οι εορτάζοντες είχαν ήδη αρχίσει να γεμίζουν τους δρόμους, τις πλατείες και τις γέφυρες. Ακροβάτες, ταχυδακτυλουργοί και μουζικάντηδες με φτερά ραμμένα πάνω στις φορεσιές τους εκτελούσαν τα διάφορα κόλπα τους σε κάθε γωνιά του δρόμου, ενώ η μουσική πολλές φορές πνιγόταν από τα γέλια και τις φωνές. Για τους φτωχότερους, μερικά φτερά περασμένα ανάμεσα στα μαλλιά τους ήταν αρκετά· φτερά περιστεριών, κυρίως, μαζεμένα από τα πεζοδρόμια για τα αλητάκια και τους ζητιάνους, αλλά οι μάσκες κι οι μεταμφιέσεις γίνονταν πιο περίτεχνες όσο πιο πολύ βάραινε το βαλάντιο. Πιο περίτεχνες και, συχνά, πιο αναίσχυντες. Συχνά έβλεπες άντρες και γυναίκες καλυμμένους με φτερά, τα οποία όμως άφηναν να αποκαλυφθεί περισσότερη σάρκα από αυτή της Ρισέλ ή εκείνης της γυναίκας στην Πλατεία Μολ Χάρα. Εμπορικές συνδιαλλαγές δεν γίνονταν εκείνη τη μέρα στους δρόμους και στις διώρυγες, αν και μερικά μαγαζιά έμοιαζαν να είναι ανοικτά -όπως κι οι ταβέρνες και τα πανδοχεία, βέβαια- αλλά, εδώ κι εκεί, όλο και κάποια άμαξα περνούσε μέσα από το πλήθος ή κάποια μαούνα πρόσδενε με τρόπο που να υποστηρίζει μια πλατφόρμα, πάνω στην οποία νεαροί και νεαρές πόζαραν φορώντας τις λαμπερές πτηνόμορφες μάσκες τους που κάλυπταν όλο τους το πρόσωπο, ενώ τα απλωτά λοφία τους υψώνονταν καμιά φορά ένα ολόκληρο μέτρο πάνω από τα κεφάλια τους. Κουνούσαν τα μεγάλα πολύχρωμα φτερά τους με τέτοιον τρόπο που αποκάλυπταν φευγαλέα την υπόλοιπη φορεσιά τους. Κάτι ήταν κι αυτό.