Выбрать главу

Σύμφωνα με τον Μπέσλαν, αυτό το σκηνικό, όπως το αποκαλούσαν, παρουσιαζόταν συνήθως στις αίθουσες των συντεχνιών ή σε ιδιωτικά αρχοντικά και σπίτια. Το μεγαλύτερο μέρος του φεστιβάλ λάμβανε χώρα εντός της οικίας. Δεν χιόνιζε συχνά στο Έμπου Νταρ, ακόμα κι όταν ο καιρός προμήνυε κάτι τέτοιο -ο Μπέσλαν έλεγε πως πολύ θα ήθελε να δει χιόνι κάποια μέρα- αλλά, προφανώς, ακόμα κι ο απλός χειμώνας ήταν αρκετά κρύος ώστε να συγκρατεί τον κόσμο από το να τρέχει γυμνός έξω. Με τη ζέστη, όλοι ξεχύνονταν στους δρόμους. Περίμενε μέχρι να πέσει η νύχτα, έλεγε ο Μπέσλαν. Μόνο τότε θα έβλεπε ο Ματ κάτι πραγματικά αξιοπαρατήρητο. Μαζί με το ηλιόφως χάνονταν κι οι αναστολές.

Παρατηρώντας μια λυγερόκορμη γυναίκα να γλιστράει μέσα στο πλήθος, φορώντας τη μάσκα της και τον γεμάτο φτερά μανδύα της, πρόσεξε πως το κάτω μέρος του κορμιού της δεν καλυπτόταν με περισσότερα από έξι ή εφτά φτερά κι αναρωτήθηκε πόσες αναστολές είχαν απομείνει σ' αυτούς τους ανθρώπους για να τις χάσουν κιόλας. Σχεδόν της φώναξε να καλύψει τη γύμνια της με τον μανδύα. Εντάξει, ήταν όμορφή, αλλά πώς μπορούσε να κυκλοφορεί έτσι στους δρόμους, κάτω από το Φως και σε κοινή θέα;

Οι άμαξες που κουβαλούσαν τα σκηνικά προσέλκυαν κόσμο, αρμαθιές αντρών και γυναικών που φώναζαν και γελούσαν καθώς πετούσαν νομίσματα ή δίπλωναν σημειώσεις μερικές φορές στις άμαξες κι ανάγκαζαν τους περαστικούς να στριμωχτούν για να περάσουν. Ο Ματ συνήθισε να παρασύρεται από το πλήθος, να σκύβει στη διασταύρωση κάποιου δρόμου ή να περιμένει να περάσει το σκηνικό για να διασχίσει κάποια άλλη διασταύρωση ή γέφυρα. Κατά τη διάρκεια της αναμονής, η Μπιργκίτε και, κυρίως, ο Ναλέσεν έριχναν νομίσματα στα βρωμερά αλανάκια και στους ακόμα πιο βρώμικους ζητιάνους. Η Μπιργκίτε είχε συγκεντρωθεί περισσότερο στα παιδιά κι έβαζε το κάθε νόμισμα στις άπλυτες παλάμες τους σαν να ήταν δώρο.

Ήταν σε κάποια από αυτές τις αναμονές που ο Μπέσλαν ακούμπησε ξαφνικά το χέρι του πάνω στο μπράτσο του Ναλέσεν κι ύψωσε τη φωνή του πάνω από την οχλαγωγία και την κακοφωνία της μουσικής που ακουγόταν από τουλάχιστον έξι διαφορετικά σημεία. «Να με συγχωρείς, Δακρυνέ, αλλά όχι σ’ αυτόν». Ένας ρακένδυτος άντρας προχώρησε επιφυλακτικά προς το πλήθος. Κοκαλιάρης και με λιπόσαρκα μάγουλα, έμοιαζε να έχει χάσει ακόμα κι αυτά τα φτενά φτερά που είχε βρει για να βάλει στα μαλλιά του.

«Γιατί όχι;» ρώτησε απαιτητικά ο Ναλέσεν.

«Δεν έχει ορειχάλκινο δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο», αποκρίθηκε ο Μπέσλαν. «Δεν ανήκει στη συντεχνία».

«Μα το Φως», είπε ο Ματ, «ούτε να ζητιανέψει δεν μπορεί κάποιος σε αυτή την πόλη χωρίς να ανήκει σε κάποια συντεχνία;» Ίσως έφταιγε ο τόνος της φωνής του, αλλά ο ζητιάνος πήδηξε καταπάνω του, ενώ ένα μαχαίρι ξεπρόβαλε στη ρυπαρή γροθιά του.

Δίχως να το πολυσκεφτεί, ο Ματ άρπαξε τον άντρα από τον καρπό, τον στριφογύρισε και τον πέταξε πίσω, ανάμεσα στο πλήθος. Κάποιοι άρχισαν να βρίζουν τον Ματ, ενώ άλλοι τον ζητιάνο που είχε πέσει φαρδύς πλατύς. Κάποιοι άλλοι τού πέταξαν μερικά νομίσματα.

Με την άκρη του ματιού του, ο Ματ πρόσεξε έναν δεύτερο ρακένδυτο και κάτισχνο άντρα, ο οποίος προσπαθούσε να παραμερίσει την Μπιργκίτε και να τον φθάσει. Κρατούσε ένα μαχαίρι με μακρόστενη λάμα. Μεγάλο λάθος που υποτίμησε τη γυναίκα εξαιτίας της φορεσιάς της. Ανάμεσα από αυτά τα φτερά, η γυναίκα τράβηξε ένα μαχαίρι και τον κάρφωσε κάτω από το μπράτσο.

«Πρόσεχε!» της φώναξε ο Ματ, αλλά δεν υπήρχε χρόνος για προειδοποιήσεις. Πριν ακόμα βγει η κραυγή από το στόμα του, ο άντρας τράβηξε κάτι από το μανίκι του και το χέρι του διέγραψε μια οριζόντια τροχιά. Η λάμα πέρασε ξυστά από το πρόσωπο της γυναίκας και βυθίστηκε στον λαιμό ενός ακόμα ζητιάνου, που κράδαινε το ατσάλι του, πριν προλάβει να το καρφώσει στα πλευρά της.