Выбрать главу

Ξαφνικά, ξεπήδησαν από παντού ζητιάνοι που κρατούσαν μάχαιρες ή έσειαν ρόπαλα διάστικτα με καρφιά. Κραυγές κι ουρλιαχτά ακούστηκαν από το πλήθος καθώς μασκοφορεμένοι και μεταμφιεσμένοι άντρες και γυναίκες πάσχιζαν να ξεφύγουν. Ο Ναλέσεν έκοψε στο πρόσωπο έναν τρωγλοδύτη, κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του, ενώ ο Μπέσλαν μαχαίρωσε έναν άλλον στην κοιλιά. Οι μεταμφιεσμένοι σύντροφοί του πάλευαν με τους υπολοίπους.

Ο Ματ δεν είχε χρόνο να δει περισσότερα. Βρέθηκε πλάτη με πλάτη με την Μπιργκίτε, πρόσωπο με πρόσωπο με τους εχθρούς του. Αισθανόταν το κορμί της που μετακινείτο επάνω του και την άκουγε να βρίζει μουρμουριστά, αλλά ελάχιστη επίγνωση είχε για το τι συνέβαινε. Η Μπιργκίτε ήταν ικανή να προστατεύσει τον εαυτό της, αλλά ο Ματ, βλέποντας τους δύο άντρες μπροστά του, δεν ήταν σίγουρος αν αυτό ίσχυε και για τον ίδιο. Ο ογκώδης τύπος με το ξεδοντιάρικο και σαρκαστικό χαμόγελο ήταν μονόχειρας, ενώ στη θέση του αριστερού του ματιού υπήρχε μια ζαρωμένη κόγχη. Ωστόσο, κρατούσε στη γροθιά του ένα ρόπαλο δύο πόδια μακρύ, τυλιγμένο με ατσάλινες λωρίδες, από τις οποίες ξεπηδούσαν ακίδες σαν ατσάλινα αγκάθια. Ο ποντικομούρης και μικροσκοπικός σύντροφός του είχε άθικτα και τα δύο του μάτια, καθώς κι αρκετά δόντια, και, παρά τα βαθουλωτά του μάγουλα και τα μπράτσα του που αποτελούνταν μονάχα από κόκαλα και τένοντες, ελισσόταν σαν φίδι, γλείφοντας τα χείλη του και πετώντας ένα σκουριασμένο εγχειρίδιο από το ένα χέρι στο άλλο. Ο Ματ ζύγιασε στο χέρι του το μικρότερο μαχαίρι, στρέφοντάς το πότε κατά του ενός και πότε κατά του άλλου. Η απόσταση ήταν αρκετή για να καταφέρει να χτυπήσει τα ζωτικά σημεία κάποιου από τους δύο άντρες, οι οποίοι άλλαζαν θέσεις και χοροπηδούσαν, περιμένοντας ο ένας από τον άλλον να ορμήσει πρώτος.

«Δεν θα αρέσει αυτό στον Γέρο Κάλι, Σπαρ», γρύλισε ο ογκωδέστερος κι ο ποντικομούρης ξεχύθηκε μπροστά, με τη σκουριασμένη του λάμα να πετάγεται.

Δεν υπολόγισε το μαχαίρι που εμφανίστηκε ξαφνικά στο αριστερό χέρι του Ματ και που τον έκοψε στον καρπό. Το εγχειρίδιο έπεσε στις λιθόστρωτες πλάκες, κροταλίζοντας, ο τύπος ωστόσο ρίχτηκε στον Ματ. Καθώς η άλλη λεπίδα του Ματ καρφωνόταν στο στήθος του, ο άντρας έβγαλε μια στριγκλιά και, με τα μάτια γουρλωμένα, τύλιξε σπασμωδικά τα χέρια του γύρω από τον Ματ. Το χαιρέκακο χαμόγελο του φαλακρού άντρα πλάτυνε και το ρόπαλο ανασηκώθηκε πάνω από το κεφάλι του καθώς έμπαινε κι αυτός στη μάχη.

Το μειδίαμα εξαφανίστηκε καθώς δύο ζητιάνοι τον κύκλωσαν, γρυλίζοντας, κι άρχισαν να τον χτυπούν με μαχαίρια.

Κοιτώντας χωρίς να πιστεύει στα μάτια του, ο Ματ μετακίνησε μακριά το πτώμα του ποντικομούρη. Ο δρόμος είχε αδειάσει σε μια απόσταση πενήντα βημάτων και το μόνο που έβλεπες ήταν μαχόμενοι ζητιάνοι, πολλοί από αυτούς πεσμένοι στο λιθόστρωτο, έχοντας από πάνω τους άλλους δύο ή τρεις, καμιά φορά τέσσερις, που τους μαχαίρωναν ή τους χτυπούσαν αλύπητα με τα ρόπαλα τους ή ακόμα και με πέτρες.

Ο Μπέσλαν έπιασε τον Ματ από το μπράτσο. Υπήρχε αίμα στο πρόσωπό του, αλλά παρ' όλ' αυτά χαμογελούσε. «Πάμε να φύγουμε από δω κι ας αφήσουμε την Αδελφότητα των Αλμ να κάνει τη δουλειά της. Δεν είναι κι ιδιαίτερα τιμητικό να επιτίθεσαι εναντίον ζητιάνων. Επιπλέον, η συντεχνία δεν πρόκειται να αφήσει ζωντανό κανέναν από αυτούς τους παρείσακτους. Ακολούθησε με». Ο Ναλέσεν μόρφασε με δυσαρέσκεια -αναμφίβολα, κι ο ίδιος δεν θεωρούσε πολύ τιμητικό να επιτίθεται σε ζητιάνους- όπως επίσης κι οι φίλοι του Μπέσλαν. Οι ενδυμασίες των περισσότερων έμοιαζαν να έχουν τσαλαπατηθεί, ενώ ένας από δαύτους είχε αφαιρέσει τη μάσκα του, έτσι ώστε να μπορεί ένας άλλος να αλείψει μια αμυχή στο μέτωπό του. Ο πληγωμένος άντρας χαμογελούσε κι αυτός. Απ' όσο μπορούσε να δει ο Ματ, η Μπιργκίτε δεν είχε ούτε γρατζουνιά, κι η ενδυμασία της παρέμενε ατσαλάκωτη όπως πριν. Η γυναίκα εξαφάνισε το μαχαίρι της. Δεν υπήρχε εμφανής τρόπος να κρύψει τη λάμα ανάμεσα στα φτερά, αλλά τα κατάφερε.

Ο Ματ δεν διαμαρτυρήθηκε που τον έσερναν μακριά, αλλά γρύλισε: «Μήπως οι ζητιάνοι συνηθίζουν να επιτίθενται στον κόσμο σ' αυτήν... σ' αυτήν την πόλη;» Αν την χαρακτήριζε ως «καταραμένη», μπορεί ο Μπέσλαν να μην το εκτιμούσε ιδιαίτερα.

Ο άντρας γέλασε. «Είσαι τα'βίρεν, Ματ. Κα πάντα προκαλείται αναστάτωση γύρω από έναν τα'βίρεν».

Ο Ματ ανταπέδωσε με ένα χαμόγελο και τρίζοντας τα δόντια του. Που να πάρει η ευχή κι αυτόν τον βλάκα, κι αυτήν την πόλη και τον καταραμένο τον τα'βίρεν. Από την άλλη, αν του έκοβε τον λαιμό κάποιος ζητιάνος, δεν θα χρειαζόταν να πάει πίσω, στο παλάτι, και να αφήσει την Τάυλιν να τον ξεφλουδίσει σαν ώριμο φρούτο. Άσε που τον είχε αποκαλέσει «το μικρό της αχλαδάκι». Να πάρει και να σηκώσει!