Выбрать главу

«Όσο γρήγορα και να τρέχει, δεν μπορεί να έχει πάει πολύ μακριά», είπε ο Τζισάο. «Αν χτενίσουμε την περιοχή θα την ξετρυπώσουμε».

«Θα την ψάξουμε αφού περιποιηθούμε τους πληγωμένους», απάντησε σταθερά ο Γκάγουιν. Δεν είχε σκοπό να χωρίσει τους άντρες του με τους Αελίτες να περιπλανιόνται τριγύρω. Το ηλιοβασίλεμα δεν απείχε παρά λίγες ώρες κι ήθελε οπωσδήποτε να προλάβει να στήσει έναν καταυλισμό σε κάποιο ψηλό σημείο. Αν, στο μεταξύ, κατάφερνε να βρει και μία ή δύο αδελφές, ακόμα καλύτερα. Κάποιος θα έπρεπε να εξηγήσει στην Ελάιντα αυτήν την πανωλεθρία, κάτι που δεν θα είχε αντίρρηση να κάνει ο ίδιος αρκεί να αντιμετώπιζε μια Άες Σεντάι την οργή της κι όχι αυτός.

Αναστενάζοντας, έστρεψε το καστανοκόκκινο άλογό του κι άρχισε να κατεβαίνει για να δει από κοντά ποιος ήταν αυτή τη φορά ο λογαριασμός του σφαγέα. Αυτό ήταν και το πρώτο αληθινό του μάθημα ως στρατιώτης. Πάντα πρέπει να πληρώνεις το σφαγέα. Κάτι του έλεγε πως, σύντομα, ο λογαριασμός θα ήταν φουσκωμένος. Μπροστά σε όσα θα ακολουθούσαν, ο κόσμος θα ξεχνούσε τη συμφορά στα Πηγάδια του Ντουμάι.

1

Ανώτατο Τσάσαλαϊν

Ο Τροχός του Χρόνου γυρνά, και οι Εποχές έρχονται και φεύγουν, αφήνοντας πίσω τους μνήμες που γίνονται θρύλος. Ο θρύλος ξεθωριάζει και γίνονται μύθος· ακόμα κι ο μύθος έχει ξεχαστεί από καιρό, όταν ξανάρχεται η Εποχή που τον γέννησε. Σε κάποια από αυτές τις Εποχές, που αποκαλείται από μερικούς η Τρίτη Εποχή, μία Εποχή που ακόμα δεν έφτασε, μία Εποχή από καιρό περασμένη, ένας άνεμος σηκώθηκε στο μεγάλο δάσος που ονομάζεται Δάσος του Μπρημ. Ο άνεμος αυτός δεν ήταν η αρχή των πάντων, μια και στην περιστροφή του Τροχού του Χρόνου δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος, αλλά ήταν μία αρχή.

Ο άνεμος φυσούσε από βόρεια κι ανατολικά, καθώς ο καυτός ήλιος υψωνόταν όλο και ψηλότερα στον ασυννέφιαστο ουρανό, μέσα από τα τσουρουφλισμένα δέντρα με τα καφετιά φύλλα και τα γυμνά κλαδιά και τα σκόρπια χωριά όπου ο αέρας τρεμόφεγγε από τη ζέστη. Ο άνεμος δεν έφερνε μαζί του καμιά ανακούφιση, καμιά ένδειξη βροχής, πόσω μάλλον χιονιού. Φυσούσε από βόρεια κι ανατολικά, πέρα από μια αρχαία καμάρα καλοδουλεμένης πέτρας, για την οποία μερικοί έλεγαν πως ήταν η πύλη προς μια μεγάλη πόλη, ενώ άλλοι ισχυρίζονταν πως δεν ήταν παρά ένα μνημείο προς τιμήν μιας από καιρό ξεχασμένης μάχης. Φθαρμένα και δυσανάγνωστα απομεινάρια κομψοτεχνημάτων παρέμεναν πάνω στις ογκώδεις πέτρες, βουβές αναμνήσεις της χαμένης δόξας της πολυθρύλητης Κορεμάντα. Τα λίγα κάρα που αντίκριζαν την κάμαρα την προσπερνούσαν και συνέχιζαν την πορεία τους κατά μήκος του Δρόμου της Ταρ Βάλον, ενώ οι πεζοί κάλυπταν τα μάτια τους για να προφυλαχθούν από τη σκόνη που σηκωνόταν από τις οπλές και τους τροχούς των αμαξών κι ο άνεμος έφερνε προς το μέρος τους. Οι πιο πολλοί δεν είχαν ιδέα πού πήγαιναν. Το μόνο που καταλάβαιναν ήταν ότι ο κόσμος είχε έρθει τα πάνω κάτω κι ότι η τάξη έτεινε να εκλείψει, αν δεν είχε ήδη εκλείψει. Το μόνο που τους παρακινούσε ήταν ο φόβος, ενώ άλλοι έλκονταν από κάτι που δεν μπορούσαν να δουν και να καταλάβουν. Οι περισσότεροι, πάντως, ήταν τρομαγμένοι.

Ο άνεμος ταξίδευε, περνώντας τον γκριζοπράσινο Ποταμό Ερίνιν, μπατάροντας πλοιάρια που κουβαλούσαν εμπορεύματα από τον Βορρά στον Νότο, γιατί, ακόμα κι αυτές τις δύσκολες μέρες, οι αγοραπωλησίες δεν σταματούσαν, παρ' όλο που κανείς δεν ήξερε σε ποια σημεία ήταν περισσότερο ασφαλές να εμπορευθεί. Ανατολικά τού ποταμού, τα δάση άρχιζαν να αραιώνουν κι έδιναν τη θέση τους σε χαμηλούς κυματιστούς λόφους, καλυμμένους με καφετί και ξερό γρασίδι, πάνω στους οποίους υπήρχαν σκόρπιες μικρές συστάδες δέντρων. Στην κορυφή ενός από αυτούς υπήρχε μια διάταξη από άμαξες που σχημάτιζαν κύκλο. Σε κάμποσες από αυτές, η λινάτσα ήταν καψαλισμένη ή εντελώς καμένη και βγαλμένη από τη σιδερένια στεφάνη. Σε έναν προχειροφτιαγμένο ιστό, κλαδεμένο από ένα δέντρο νεκρό εξαιτίας της ξηρασίας και δεμένο σε μια απογυμνωμένη στεφάνη της άμαξας για να δίνει περισσότερο ύψος, κυμάτιζε ένα πορφυρό λάβαρο, στο κέντρο τού οποίου υπήρχε ένας ασπρόμαυρος δίσκος. Λάβαρο του Φωτός το αποκαλούσαν κάποιοι ή Λάβαρο του αλ'Θόρ. Άλλοι, όμως, χρησιμοποιούσαν πιο σκοτεινά ονόματα και ριγούσαν όταν μιλούσαν γι' αυτό ψιθυριστά. Ο άνεμος ταρακούνησε άγρια το λάβαρο κι απομακρύνθηκε, λες κι ευχαρίστως έφευγε από εκεί.