Выбрать главу

Ο δρόμος ανάμεσα στο βαφείο και στο Ρόδο του Έλμπαρ είχε κάμποσους γλεντοκόπους, αν κι οι πιο πολλοί ήταν επαρκώς ντυμένοι. Προφανώς, έπρεπε να έχεις αρκετό παραδάκι για να κυκλοφορείς σχεδόν γυμνός. Ωστόσο, οι ακροβάτες μπροστά από το σπίτι του έμπορου, στη γωνία, τους πλησίασαν. Οι άντρες ήταν ξυπόλητοι και γυμνόστηθοι και φορούσαν σφιχτές βράκες με λαμπερά χρώματα, ενώ οι γυναίκες φορούσαν ακόμα πιο σφιχτές βράκες και λεπτές μπλούζες. Όλοι κι όλες είχαν λιγοστά φτερά στα μαλλιά τους, όπως κι οι μουζικάντηδες που χοροπηδούσαν μπροστά από το μικρό αρχοντικό στην αντικριστή γωνία. Μία γυναίκα έπαιζε φλάουτο, μια άλλη φυσούσε έναν ψηλό και στριφογυριστό μαύρο σωλήνα καλυμμένο με μοχλούς, ενώ ένας άλλος τύπος χτυπούσε έναν ταμπουρά όσο πιο δυνατά μπορούσε. Το σπίτι που είχαν έρθει να παρακολουθήσουν έμοιαζε ερμητικά κλειστό.

Το τσάι στο Ρόδο ήταν κακό όπως πάντα, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν πολύ καλύτερο από το κρασί. Ο Ναλέσεν προτίμησε και πάλι την πικρή ντόπια μπύρα. Η Μπιργκίτε ευχαρίστησε τον Ματ, χωρίς να εξηγήσει για ποιον λόγο, κι αυτός ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα και σιωπηλά. Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλον και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους. Ο ήλιος ανέβηκε στον ουρανό κι ο Μπέσλαν ισορροπούσε, ακουμπώντας πότε τη μία του μπότα στη μύτη της άλλης και πότε το αντίθετο, αλλά οι φίλοι του είχαν αρχίσει να δυσανασχετούν, μολονότι τους εξηγούσε ότι ο Ματ ήταν τα'βίρεν. Μια συμπλοκή με ζητιάνους δεν ήταν το καλύτερο διεγερτικό, οι δρόμοι ήταν πολύ στενοί για να χωρέσει το σκηνικό, οι γυναίκες δεν ήταν τόσο ωραίες όσο αλλού, και το να κοιτάζουν την Μπιργκίτε είχε καταντήσει βαρετό, εφ' όσον συνειδητοποίησαν πως η γυναίκα δεν σκόπευε να φιλήσει κανέναν τους. Εκφράζοντας τη λύπη τους που ο Μπέσλαν δεν μπορούσε να έρθει, έφυγαν βιαστικά για να ψάξουν να βρουν ένα πιο διασκεδαστικό μέρος. Ο Ναλέσεν κατηφόρισε στο σοκάκι, δίπλα από το βαφείο, κι η Μπιργκίτε εξαφανίστηκε στο ζοφερό εσωτερικό του Ρόδου για να δει, όπως είπε, αν υπήρχε κάποιο καλό ποτό κρυμμένο σε καμιά παραμελημένη γωνιά.

«Δεν περίμενα να δω Πρόμαχο ντυμένο έτσι», είπε ο Μπέσλαν, εναλλάσσοντας τα πόδια του για ισορροπία.

Ο Ματ βλεφάρισε. Ο τύπος είχε κοφτερή ματιά. Η Μπιργκίτε δεν είχε βγάλει στιγμή τη μάσκα της. Δεν μπορεί να ήξερε ότι...

«Νομίζω πως ταιριάζεις μια χαρά με τη Μητέρα μου, Ματ».

Ο Ματ πνίγηκε και πιτσίλισε με τσάι τους περαστικούς. Κάμποσοι τον αγριοκοίταξαν και μια λεπτοκαμωμένη γυναίκα με χαριτωμένο μικρό στήθος τού χάρισε ένα ντροπαλό χαμόγελο κάτω από την μπλε μάσκα που έμοιαζε να απεικονίζει το κεφάλι ενός τρυποφράκτη. Όταν, όμως, αυτός δεν ανταπέδωσε το χαμόγελο, χτύπησε το πόδι της στο πάτωμα κι απομακρύνθηκε γοργά. Ευτυχώς -ή δυστυχώς- μέχρι που έφυγαν, κανείς δεν ήταν τόσο θυμωμένος που να μην περιοριστεί στο αγριοκοίταγμα. Δεν θα τον πείραζε, αν του την έπεφταν έξι ή εφτά από δαύτους.

«Τι θες να πεις;» ρώτησε τον Μπέσλαν βραχνά.

Το χέρι του Μπέσλαν διέγραψε μια μεγάλη τροχιά και τα μάτια του γούρλωσαν από έκπληξη. «Μα το ότι σε διάλεξε για ταίρι της, φυσικά. Γιατί κοκκίνισες; Θύμωσες; Γιατί-;» Ξαφνικά, χτύπησε με το χέρι το μέτωπό του και γέλασε. «Πίστεψες πως θα θύμωνα εγώ. Συγχώρεσέ με, ξέχασα πως είσαι ξενομερίτης. Ματ, μάνα μου είναι, όχι γυναίκα μου. Ο πατέρας πέθάνε πριν από δέκα χρόνια, κι από τότε ψάχνει διαρκώς. Πολύ χαίρομαι που διάλεξε κάποιον τον οποίο συμπαθώ κι εγώ. Πού πας;»

Ο Ματ δεν αντιλήφθηκε πως ετοιμαζόταν να φύγει, μέχρι που του μίλησε ο Μπέσλαν. «Απλώς... πρέπει να συνέλθω λιγάκι».

«Μα πίνεις τσάι, Ματ».

Αποφεύγοντας ένα πράσινο ατομικό φορείο, μόλις που πρόσεξε την πόρτα του σπιτιού να ανοίγει και μια γυναίκα με έναν γαλάζιο μανδύα γεμάτο φτερά πάνω από το φόρεμά της να γλιστράει έξω. Εντελώς ασυνείδητα -το κεφάλι του γύριζε ακόμα για να σκεφτεί καθαρά- άρχισε να την ακολουθεί. Ο Μπέσλαν γνώριζε και, μάλιστα, το επιδοκίμαζε κιόλας! Επρόκειτο για τη μάνα του, κι αυτός...

«Ματ;» ακούστηκε η φωνή του Ναλέσεν, πίσω του. «Πού πας;»

«Αν δεν γυρίσω μέχρι αύριο», απάντησε ο Ματ αφηρημένα, «πες τους πως θα χρειαστεί να το βρουν μόνοι τους!» Σχεδόν ζαλισμένος, πήρε από πίσω τη γυναίκα, χωρίς καν να ακούσει αν του φώναξε κάτι ο Ναλέσεν ή ο Μπέσλαν. Ο τύπος ήξερε τα πάντα! Θυμήθηκε που κάποτε του πέρασε από το μυαλό ότι τόσο ο Μπέσλαν όσο κι η μάνα του ήταν τρελοί, αλλά συνέβαινε κάτι ακόμα χειρότερο. Όλοι στο Έμπου Νταρ ήταν τρελοί! Ούτε καν έδωσε σημασία στα ζάρια που είχαν αρχίσει να τριβελίζουν το κεφάλι του.

Από ένα παράθυρο, στο δωμάτιο συσκέψεων, η Ρεάνε παρατηρούσε τη Σολαίν να χάνεται, κατεβαίνοντας τον δρόμο προς το ποτάμι. Κάποιος τύπος με μαυριδερό πανωφόρι την ακολουθούσε, αλλά, αν προσπαθούσε να την ενοχλήσει, θα ανακάλυπτε πως η Σολαίν δεν είχε ούτε τον χρόνο ούτε την υπομονή για να ασχοληθεί με άντρες.