Выбрать главу

«Γνώριζε σχεδόν όσα κι οι αδελφές, υποθέτω», αποκρίθηκε η Βαντέν προσεκτικά. Παρατηρούσε έντονα την Ηλαίην, όπως κι η αδελφή της την ίδια στιγμή. Μολονότι ανήκε στο Πράσινο Άτζα, ήταν επιτηδευμένη σχεδόν όσο κι η Αντελέας. Η Κάρεαν κι η Σάριθα είχαν μείνει εμβρόντητες, με τα δύσπιστα βλέμματά τους να πετάγονται πότε στη σιωπηλή κι αναψοκοκκινισμένη Μέριλιλ και πότε στην Ηλαίην.

«Ακόμα και κατά τη διάρκεια των Πολέμων των Τρόλοκ, οι γυναίκες απέτυχαν στις δοκιμασίες τους ή υστερούσαν σε δύναμη ή εκδιώχτηκαν από τον Πύργο για κάποια από τις συνήθεις αιτίες». Ο τόνος της φωνής της Αντελέας είχε αποκτήσει μια χροιά επίπληξης, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ήταν προσβλητικός, κάτι αναμενόμενο για τις αδελφές του Καφέ Άτζα όταν άρχιζαν τις επεξηγήσεις. «Υπό τις δεδομένες συνθήκες, δεν ήταν άξιον απορίας που μερικές φοβούνταν να βγουν μόνες τους στον κόσμο ή να καταφύγουν στην Μπαράστα, όπως αποκαλείτο η πόλη που υπήρχε τότε εδώ. Το μεγαλύτερο μέρος της Μπαράστα, βέβαια, βρισκόταν στο σημείο που τώρα εδρεύει το Ράχαντ. Ούτε πέτρα δεν έχει απομείνει από την Μπαράστα. Οι Πόλεμοι των Τρόλοκ άργησαν να φθάσουν στο Έχαρον, αλλά, στο τέλος, η Μπαράστα έπεσε, όπως κι η Μπαρσίν, η Σεμάλ, η...»

«Το Σόι...» τη διέκοψε ευγενικά η Βαντέν, κι η Αντελέας βλεφάρισε κι ένευσε καταφατικά. «...Το Σόι επέζησε ύστερα από τον χαμό της Μπαράστα με τον ίδιο τρόπο που είχε καταφέρει να επιζήσει και παλιότερα, δεχόμενο γυναίκες αδέσποτες και διωγμένες από τον Πύργο». Η Ηλαίην συνοφρυώθηκε. Η Κυρά Ανάν είχε, επίσης, αναφέρει πως το Σόι δεχόταν αδέσποτες, αλλά το μεγαλύτερο άγχος της Ρεάνε φαίνεται ότι ήταν να αποδείξει σ' αυτήν και στη Νυνάβε πως κάτι τέτοιο δεν ίσχυε.

«Καμία δεν έμενε για πολύ», πρόσθεσε η Αντελέας. «Πέντε χρόνια, άντε δέκα. Υποθέτω πως το ίδιο ισχύει ακόμα. Από τη στιγμή που συνειδητοποιούσαν πως δεν είναι πλέον κατάλληλες για τον Λευκό Πύργο, έφευγαν και γίνονταν Θεραπεύτριες στα χωριά ή αποκτούσαν το αξίωμα της Σοφίας ή κάτι παρόμοιο. Αλλες φορές πάλι, απλώς ξεχνούσαν τα πάντα σχετικά με τη Δύναμη, σταματούσαν να διαβιβάζουν κι ασχολούνταν με κάποια τέχνη ή με το εμπόριο. Όπως και να έχει, χάνονταν από προσώπου γης, για να το πούμε έτσι». Η Ηλαίην αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να ξεχάσει κάποιος με αυτόν τον τρόπο τη Μία Δύναμη. Από τη στιγμή που μάθαινες πώς να τη χρησιμοποιείς, η τάση να διαβιβάσεις, ο πειρασμός να αγκαλιάσεις την Πηγή, δεν έπαυε ποτέ. Φαίνεται πως οι Άες Σεντάι πίστευαν πως μερικές γυναίκες μπορούσαν να τα αφήσουν πίσω τους όλα αυτά, έτσι απλά, από τη στιγμή που συνειδητοποιούσαν πως δεν θα γίνονταν ποτέ Άες Σεντάι.

Η Βαντέν άρχισε να εξηγεί ξανά. Οι αδελφές συχνά εναλλάσσονταν στις προτάσεις τους, με τη μία να συνεχίζει από το σημείο που σταμάτησε η άλλη. «Ο Πύργος γνώριζε εξ αρχής για το Σόι. Οι Πόλεμοι, όμως, προηγούνταν σε πρώτη φάση. Παρά το ότι αυτοαποκαλούνταν το Σόι, έπραξαν αυτό ακριβώς που θα θέλαμε να πράξουν αυτές οι γυναίκες. Παρέμειναν κρυμμένες και, παρ' όλο που είχαν την ικανότητα της διαβίβασης, δεν τράβηξαν την προσοχή επάνω τους. Στην πάροδο των χρόνων —μυστικά και προσεκτικά, πάντα— επικοινωνούσαν μεταξύ τους, όταν κάποια από αυτές ανακάλυψε πως μια γυναίκα διεκδικούσε με δόλιους τρόπους το επώμιο. Είπες κάτι;»

Η Ηλαίην κούνησε το κεφάλι της. «Κάρεαν, υπάρχει καθόλου τσάι σ' αυτήν την κανάτα;» Η Κάρεαν αναπήδησε κάπως ξαφνιασμένη. «Νομίζω πως η Αντελέας κι η Βαντέν θα ήθελαν να βρέξουν λίγο τα λαρύγγια τους». Η Ντομανή δεν έριξε ούτε ένα βλέμμα στη Μέριλιλ, η οποία κοιτούσε σαν χαζή, και κατευθύνθηκε στο τραπεζάκι με την ασημένια τσαγιέρα και τις κούπες. «Αυτό, όμως, δεν εξηγεί τίποτα», συνέχισε η Ηλαίην. «Για ποιον λόγο οι πληροφορίες σχετικά με αυτές τις γυναίκες παραμένουν μυστικές; Γιατί δεν έχουν διασκορπιστεί εδώ και τόσον καιρό;»