«Μα υπήρξαν και φυγάδες». Η Αντελέας το έκανε να ακουστεί σαν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. «Είναι γεγονός πως είχαν υπάρξει κι άλλες τέτοιες συναθροίσεις, οι οποίες διαλύθηκαν αμέσως -η τελευταία κάπου διακόσια χρόνια πριν — αλλά το Σόι δεν ανοίγεται εύκολα και δεν κάνει γνωστή την παρουσία του. Αυτή η τελευταία ομάδα αυτοαποκαλείτο οι Κόρες της Σιωπής, ωστόσο μόνο σιωπηλές δεν ήταν. Αποτελείτο από είκοσι τρεις γυναίκες, αδέσποτες, που τις μάζεψαν δύο πρώην Αποδεχθείσες και, κατά κάποιον τρόπο, τις εκπαίδευσαν, αλλά...»
«Φυγάδες», την παρακίνησε να συνεχίσει η Ηλαίην, παίρνοντας από τα χέρια τής Κάρεαν ένα κύπελλο κι ευχαριστώντας τη με ένα χαμόγελο. Δεν είχε ζητήσει για τον εαυτό της, αλλά συνειδητοποίησε κάπως αφηρημένα πως η γυναίκα τής είχε προσφέρει το πρώτο. Η Βαντέν με την αδελφή της είχαν συζητήσει κάμποσο για τις φυγάδες στον δρόμο προς το Έμπου Νταρ.
Η Αντελέας βλεφάρισε κι επανήλθε στο θέμα. «Το Σόι βοηθάει τις φυγάδες. Πάντα έχουν δύο τρεις γυναίκες στην Ταρ Βάλον που επαγρυπνούν. Αφ' ενός, πλησιάζουν κάθε εκδιωχθείσα με τρόπο μετρημένο και προσεκτικό κι, αφ’ ετέρου, καταφέρνουν να ανακαλύψουν κάθε φυγάδα, είτε είναι μαθητευόμενη είτε Αποδεχθείσα. Αν μη τι άλλο, καμιά τους δεν έχει καταφέρει να φύγει από το νησί δίχως τη βοήθειά τους, ήδη από τους Πολέμους των Τρόλοκ».
«Α, ναι», είπε η Βαντέν καθώς η Αντελέας έκανε μια παύση για να πάρει μια κούπα από την Κάρεαν, η οποία την πρόσφερε αρχικά στη Μέριλιλ, που όμως είχε λουφάξει και κοιτούσε στο πουθενά. «Αν κάποια καταφέρει και δραπετεύσει, ξέρουμε επακριβώς πού να ψάξουμε, κι αυτή καταλήγει πίσω στον Πύργο, ευχόμενη να μην ένιωθε τόση φαγούρα στα πόδια της. Όλα αυτά όσο, φυσικά, δεν ξέρει το Σόι ότι εμείς γνωρίζουμε. Αν το μάθει, θα επανέλθουμε στα παλιά, στις μέρες πριν από το Σόι, όπου όταν μια γυναίκα διέφευγε από τον Πύργο μπορούσε να πάει οπουδήποτε. Τότε, βέβαια, οι αριθμοί ήταν μεγαλύτεροι -Άες Σεντάι, Αποδεχθείσες, μαθητευόμενες και φυγάδες- κι υπήρχαν περίοδοι όπου οι δύο στις τρεις -για να μην πω οι τρεις στις τέσσερις— κατόρθωναν να ξεφύγουν. Χρησιμοποιώντας το Σόι, ξαναπαίρνουμε πίσω τις εννιά στις δέκα. Τώρα μπορείς να καταλάβεις για ποιον λόγο ο Πύργος διατήρησε το Σόι και τα μυστικά του σαν θησαυρό».
Ναι, η Ηλαίην μπορούσε να καταλάβει. Μια γυναίκα δεν ξεμπέρδευε από τον Λευκό Πύργο μέχρις ότου ο Λευκός Πύργος ξεμπέρδευε από αυτήν. Ούτως ή άλλως, δεν μπορούσε να πλήξει τη φήμη για το αλάθητο του Πύργου να συλλαμβάνει πάντα τις φυγάδες. Σχεδόν πάντα, δηλαδή. Τώρα, λοιπόν, ήξερε.
Η Ηλαίην ορθώθηκε και, προς μεγάλη της έκπληξη, το ίδιο έκαναν η Αντελέας με τη Βαντέν, αδιαφορώντας για την Κάρεαν, που τους πρόσφερε τσάι, καθώς και για τη Σάριθα, ακόμα και για τη Μέριλιλ, η οποία μαζί με τις υπόλοιπες κοιτούσε την Ηλαίην με προσμονή.
Η Βαντέν πρόσεξε την έκπληξή της και χαμογέλασε. «Υπάρχει και κάτι άλλο που μπορεί να μη γνωρίζεις. Εμείς οι Άες Σεντάι είμαστε από πολλές απόψεις πολύ φιλέριδες· κάθε μία εξαιρετικά ζηλιάρα όσον αφορά στη θέση της και στα προνόμιά της, αλλά όταν έχουμε απέναντί μας κάποια ανώτερη, συνήθως την ακολουθούμε πειθήνια, ανεξάρτητα από το αν ιδιαιτέρως γκρινιάζουμε για κάποιες αποφάσεις της».
«Έτσι είναι», μουρμούρισε χαρούμενα η Αντελέας, λες και μόλις είχε κάνει μία νέα ανακάλυψη.
Η Μέριλιλ ανάσανε βαθιά, αφοσιωμένη για μια στιγμή στο να ισιώσει τη φούστα της. «Η Βαντέν έχει δίκιο», είπε. «Είσαι, από μόνη σου, ανώτερή μας και πρέπει να παραδεχτώ πως κατέχεις υψηλότερη θέση. Αν η συμπεριφορά μας είναι άξια ποινής... Υποθέτω πως θα μας ενημερώσεις. Θα σε ακολουθήσουμε όπου κι αν πας, αλλά θα ήθελα να ρωτήσω τι σκοπεύεις να κάνεις». Δεν υπήρχε ο παραμικρός σαρκασμός στη φωνή της. Όχι μόνο αυτό, αλλά ήταν και περισσότερο ευγενική από κάθε άλλη φορά.
Σκέφτηκε πως κάθε Άες Σεντάι θα ήταν περήφανη να πάρει στα χέρια της τη μοίρα της, όπως ακριβώς έκανε αυτή τη στιγμή η ίδια. Το μόνο που επιθυμούσε εκ μέρους τους ήταν να την αποδεχτούν ως Άες Σεντάι. Κατέπνιξε μια στιγμιαία τάση να διαμαρτυρηθεί ότι ήταν πολύ νέα και πολύ άπειρη. «Δεν μπορείς να ξαναβάλεις το μέλι στην κερήθρα», έτσι συνήθιζε να λέει η Λίνι όταν η ίδια ήταν κοριτσάκι. Από την άλλη, η Εγκουέν δεν ήταν μεγαλύτερή της.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε ζεστά. «Το πρώτο που έχει σημασία είναι ότι όλες μας είμαστε αδελφές, με την πλήρη έννοια της λέξης. Πρέπει να συνεργαστούμε. Το Κύπελλο των Ανέμων είναι πολύ σοβαρή υπόθεση». Ήλπιζε πως θα ενθουσιάζονταν μόλις τους έλεγε τι σκόπευε να κάνει η Εγκουέν. «Ας καθίσουμε ξανά». Την περίμεναν να καθίσει πρώτη πριν τακτοποιηθούν στις θέσεις τους. Η Ηλαίην ήλπιζε πως η Νυνάβε θα κατάφερνε έστω και το ένα δέκατο από αυτά που είχε καταφέρει η ίδια. Όταν η Νυνάβε μάθαινε τι είχε συμβεί, θα λιποθυμούσε σίγουρα. «Έχω να σας πω κι εγώ κάτι σχετικά με το Σόι».