Выбрать главу

Λίγο αργότερα, ήταν η Μέριλιλ εκείνη που έμοιαζε έτοιμη να λιποθυμήσει. Ακόμα κι η Αντελέας με τη Βαντέν δεν απείχαν και πολύ. Ωστόσο το μόνο που επαναλάμβαναν ήταν «Μάλιστα, Ηλαίην» και «Αφού το λες εσύ, Ηλαίην». Το πιθανότερο ήταν πως, από δω και πέρα, οι σχέσεις τους θα ήταν ομαλές.

Το ατομικό φορείο λικνιζόταν μέσα στο πλήθος που ξεφάντωνε, κατά μήκος της προκυμαίας, όταν η Μογκέντιεν εντόπισε τη γυναίκα. Ένας υπηρέτης, ντυμένος στα πράσινα και στα λευκά, την είχε βοηθήσει να κατέβει από την άμαξα κοντά σε μια αποβάθρα. Μια πλατιά, φτερωτή μάσκα, μεγαλύτερη από αυτή τής Μογκέντιεν, κάλυπτε το πρόσωπό της, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μην αναγνωρίσει αυτό το αποφασιστικό βάδισμα. Ήταν σίγουρη πως θα αναγνώριζε τη γυναίκα υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Τα σκαλιστά προπετάσματα που χρησίμευαν ως παράθυρα στο κλειστό φορείο δεν ήταν πρόβλημα. Δύο τύποι ζωσμένοι με ξίφη σκαρφάλωσαν από την οροφή της άμαξας για να ακολουθήσουν τη μασκοφόρο γυναίκα.

Η Μογκέντιεν χτύπησε τη γροθιά της στα πλαϊνά του φορείου φωνάζοντας «Σταματήστε!» κι οι κουβαλητές σταμάτησαν, τόσο απότομα που τινάχτηκε μπροστά.

Ο κόσμος άρχισε να αλληλοσπρώχνεται και μερικοί έβριζαν τους κουβαλητές επειδή έκλειναν τον δρόμο, ενώ άλλοι τούς φώναζαν πιο καλοπροαίρετα. Στο σημείο εκείνο, κοντά στο ποτάμι, το πλήθος αραίωνε κι έτσι μπορούσε να παρακολουθήσει ανάμεσα στα κενά που δημιουργούνταν. Η βάρκα που απομακρύνθηκε από την αποβάθρα ξεχώριζε. Η οροφή της χαμηλότερης καμπίνας, στο πίσω μέρος της, ήταν βαμμένη κόκκινη. Καμιά άλλη βάρκα στη μακρόστενη πέτρινη αποβάθρα δεν είχε τόσο επιδεικτικά χρώματα.

Ρίγησε κι ύγρανε τα χείλη της. Οι οδηγίες τού Μοριντίν ήταν σαφείς και το τίμημα της απείθειας ξεκάθαρο. Λίγη καθυστέρηση, όμως, δεν θα έβλαπτε. Ειδικά αν εκείνος δεν το μάθαινε.

Άνοιξε απότομα την πόρτα, πετάχτηκε στον δρόμο και κοίταξε γύρω της αλαφιασμένη. Εκεί, στο πανδοχείο που δέσποζε πάνω από τις αποβάθρες, στο ποτάμι. Ανασηκώνοντας τη φούστα της, έφυγε βιαστικά δίχως να ανησυχεί μήπως κάποιος νοίκιαζε το φορείο της. Μέχρι να λύσει τον ιστό του Καταναγκασμού που είχε ρίξει επάνω τους, οι κουβαλητές θα έλεγαν σε κάθε ενδιαφερόμενο πως ήταν μισθωμένοι και θα έμεναν στο σημείο εκείνο έως ότου πέθαιναν της πείνας. Μπροστά της ανοίχτηκε ένα μονοπάτι· άντρες και γυναίκες με φτερωτές μάσκες χοροπηδούσαν γύρω της, αποφεύγοντάς την, ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας καθώς άγγιζαν τα σημεία του κορμιού τους που αισθάνονταν σουβλιές πόνου. Κι έτσι ήταν. Δεν είχε χρόνο να υφάνει λεπτεπίλεπτους ιστούς σε τόσο πολλά μυαλά, αλλά οι υφασμένες από Αέρα βελόνες, όμοιες με νιφάδες, έκαναν καλά τη δουλειά τους.

Η σθεναρή πανδοχέας στο Καύχημα του Κωπηλάτη σχεδόν αναπήδησε, βλέποντας τη Μογκέντιεν να δρασκελίζει το κατώφλι της και να μπαίνει στο καθιστικό, με τα λαμπερά πορφυρά μετάξια δουλεμένα με χρυσαφιά κλωστή και μαύρο μετάξι που στραφτάλιζε όπως το χρυσάφι. Η μάσκα της ήταν μια αρμαθιά από κατάμαυρα φτερά κι ένα αιχμηρό μαύρο ράμφος. Ένα κοράκι. Ήταν κάτι σαν αστείο εκ μέρους του Μοριντίν. Έτσι την είχε προστάξει να ντυθεί. Όπως της είπε, τα χρώματά του ήταν το μαύρο και το κόκκινο και θα τα φορούσε κι η ίδια όσο ήταν στην υπηρεσία του. Ήταν ντυμένη με μία μάλλον καλαίσθητη λιβρέα και δεν θα δίσταζε να σκοτώσει όποιον την έβλεπε.

Αντί γι' αυτό, όμως, ύφανε βιαστικά έναν ιστό στη στρουμπουλή πανδοχέα, κάνοντάς τη να αναπηδήσει και να γουρλώσει τα μάτια της. Δεν είχε χρόνο για λεπτότητες. Στη διαταγή της Μογκέντιεν να της δείξει την οροφή, η γυναίκα έτρεξε στα χωρίς κιγκλίδωμα σκαλοπάτια, στη μια πλευρά του δωματίου. Απίθανο να πρόσεξαν κάτι ασυνήθιστο στη συμπεριφορά της οι ντυμένοι με φτερά πότες, σκέφτηκε διασκεδάζοντας η Μογκέντιεν, όπως εξίσου απίθανο ήταν να είχε έρθει ποτέ στο Καύχημα του Κωπηλάτη ένας «πελάτης» τέτοιου βεληνεκούς.

Στην επίπεδη οροφή, ζύγισε γρήγορα τα υπέρ και τα κατά του να σκότωνε την πανδοχέα και του να την άφηνε να ζήσει. Τα πτώματα είχαν τον τρόπο να δείχνουν τον δράστη. Αν θες να μη φανερωθείς, καλύτερα να μη σκοτώνεις, παρά μόνο όταν είναι τελείως απαραίτητο. Ύφανε βιαστικά τον ιστό της Καταπίεσης, λέγοντας στη γυναίκα να κατέβει, να πέσει για ύπνο και να ξεχάσει ότι την είχε δει. Μ' αυτήν τη βιασύνη, ήταν πιθανό η πανδοχέας να έχανε όλη τη μέρα της ή να σηκωνόταν κάπως ζαβλακωμένη -πόσο πιο εύκολα θα ήταν τα πράγματα στη ζωή της Μογκέντιεν, αν κατείχε σε μεγαλύτερο βαθμό το Ταλέντο της Καταπίεσης. Όπως και να είχε, όμως, η γυναίκα απομακρύνθηκε τρεχάτη, υπακούοντας πειθήνια, και την άφησε μόνη.