Καθώς η πόρτα έπεσε με γδούπο στο βρώμικο πάτωμα με τις άσπρες πλάκες, η Μογκέντιεν ένιωσε να της κόβεται η ανάσα από την ξαφνική αίσθηση δακτύλων που θώπευαν τον νου της και ψηλάφιζαν την ψυχή της. Ο Μοριντίν το έκανε αυτό μερικές φορές. Ως υπενθύμιση, έλεγε, λες κι η Μογκέντιεν χρειαζόταν κάτι τέτοιο. Συνειδητοποίησε πως κοίταζε τριγύρω, μήπως και τον ανακάλυπτε εκεί. Το δέρμα της ανατρίχιασε, σαν να το είχε αγγίξει μια ξαφνική, παγωμένη αύρα. Το άγγιγμα χάθηκε και ρίγησε ξανά. Η υπενθύμιση δεν σταματούσε. Ο ίδιος ο Μοριντίν θα μπορούσε να εμφανιστεί οπουδήποτε κι οποτεδήποτε. Βιάσου.
Πήγε τρεχάτη μέχρι τον χαμηλό τοίχο που κύκλωνε την οροφή και κοίταξε εξεταστικά τον ποταμό που απλωνόταν κάτω από τα πόδια της. Δεκάδες βάρκες κάθε μεγέθους έπλεαν ανάμεσα σε μεγαλύτερα σκάφη που ήταν αγκυροβολημένα ή με τα πανιά φουσκωμένα. Οι πιο πολλές καμπίνες του είδους που έψαχνε ήταν φτιαγμένες από απλό ξύλο, αλλά κάποια στιγμή πρόσεξε μια κίτρινη οροφή κι έπειτα μια μπλε, ενώ, λίγο πιο κάτω, καταμεσής του ποταμού και κατευθυνόμενη νότια, υπήρχε μια... κόκκινη. Έπρεπε να είναι η σωστή. Άλλωστε, δεν μπορούσε να μείνει άλλο εδώ.
Ανασήκωσε τα χέρια της, αλλά, καθώς η μοιροφωτιά εκτοξεύτηκε, κάτι πέταξε δίπλα της κι η Μογκέντιεν αναπήδησε. Ο Μοριντίν είχε έρθει. Βρισκόταν εκεί, και... Κοίταξε τα περιστέρια που φτερούγισαν μακριά. Περιστέρια! Κόντεψε να ξεράσει πάνω στην οροφή. Έριξε μια ματιά στο ποτάμι και γρύλισε.
Εξαιτίας τού ότι αναπήδησε, η μοιροφωτιά, την οποία σκόπευε να κατευθύνει πάνω στην καμπίνα και τους επιβάτες της βάρκας, πήρε διαγώνια τροχιά κι έπεσε στο μέσον του σκάφους, εκεί που στέκονταν οι κωπηλάτες κι οι σωματοφύλακες. Επειδή οι κωπηλάτες είχαν εξαντληθεί πριν ακόμα τους χτυπήσει η μοιροφωτιά, τα δύο μισά του σκάφους απείχαν τώρα κάπου εκατό βήματα μεταξύ τους. Ωστόσο, η καταστροφή ίσως να μην ήταν ολοκληρωτική. Επειδή το κομμάτι από το κέντρο της βάρκας αποκόπηκε την ίδια στιγμή που πέθαιναν οι κωπηλάτες, χρειάστηκαν μερικά λεπτά μέχρι το ποτάμι να κάνει τη δική του επίθεση· τα δύο μέρη της βάρκας βυθίστηκαν γοργά μέσα σε έναν αφρό από φυσαλίδες, παίρνοντας στον βυθό όλους τους επιβάτες της.
Ξαφνικά, η Μογκέντιεν συνειδητοποίησε τι είχε κάνει. Ανέκαθεν κινείτο κρυφά, μακριά από τα μάτια των άλλων, ανέκαθεν... Κάθε γυναίκα της πόλης με την ικανότητα της διαβίβασης θα μάθαινε ευθύς αμέσως πως κάποια είχε απορροφήσει μια μεγάλη ποσότητα σαϊντάρ, αν όχι και για ποιον σκοπό, κι οποιοσδήποτε θα μπορούσε να έχει προσέξει αυτήν τη ράβδο υγρής λευκής φωτιάς που καψάλισε τον απογευματινό ουρανό. Ο φόβος τής έβαλε φτερά στα πόδια. Όχι ο φόβος. Ο τρόμος.
Μαζεύοντας τη φούστα της, άρχισε να κατεβαίνει γοργά τα σκαλιά. Πέρασε από την κοινή αίθουσα, σκουντουφλώντας πάνω σε τραπέζια και πέφτοντας πάνω σε ανθρώπους που προσπαθούσαν να βγουν από την πορεία της. Τελικά, πολύ φοβισμένη ακόμα και για να σκεφτεί, βγήκε στον δρόμο και βάλθηκε να ανοίγει δρόμο ανάμεσα στο πλήθος με τα χέρια της.
«Τρέξτε!» ούρλιαξε ορμώντας μέσα στο ατομικό φορείο. Η φούστα της πιάστηκε στην πόρτα, αλλά την τράβηξε και την έσκισε. «Τρέξτε!»
Οι κουβαλητές το έβαλαν στα πόδια, ταρακουνώντας την, αλλά δεν την ένοιαζε. Άδραξε με τα δάχτυλά της το σκαλιστό διαχωριστικό και, συγκλονισμένη, άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτα. Δεν της το είχε απαγορεύσει αυτό. Ο Μοριντίν μπορεί να συγχωρούσε, ακόμα και να αγνοούσε, τις πράξεις της, αν έφερνε εις πέρας το έργο που είχε αναλάβει γρήγορα κι αποτελεσματικά. Ήταν η μόνη της ελπίδα. Θα έκανε τη Φάλιον και την Ίσπαν να σέρνονται.
31
Μασίρα
Καθώς η βάρκα έπλεε μακριά από την προβλήτα, η Νυνάβε έριξε τη μάσκα δίπλα της στον πάγκο με τα μαξιλάρια, κι έγειρε πίσω με τα χέρια σταυρωτά και με την πλεξούδα της δεμένη σφιχτά, δυσαρεστημένη χωρίς καμία αιτία. Δυσαρεστημένη για τα πάντα. Από το άκουσμα του Ανέμου καταλάβαινε πως επρόκειτο να ξεσπάσει ισχυρή θύελλα, από αυτές που ξεριζώνουν οροφές κι ισοπεδώνουν αποθήκες, και σχεδόν ευχήθηκε να σηκώνονταν κύματα εκείνη τη στιγμή.
«Αν δεν είναι θέμα καιρού, Νυνάβε», είπε περιπαικτικά, «θα πας εσύ. Η Κυρά των Πλοίων θα προσβληθεί, αν δεν στείλουμε την ικανότερη. Ξέρουν πως υπάρχουν κάμποσες τέτοιες ανάμεσα στις Άες Σεντάι. Πφφ!» Αυτά ήταν τα λόγια της Ηλαίην, εκτός από το «πφφ». Η Ηλαίην πίστευε πως ήταν προτιμότερο να ασχοληθεί με τις ανοησίες της Μέριλιλ παρά να αντιμετωπίσει ξανά τη Νέστα. Από τη στιγμή που έκανες κακή αρχή στη σχέση σου με κάποιον, ήταν δύσκολο να επανορθώσεις —τρανή απόδειξη ο Ματ Κώθον!— κι αν τα πράγματα χειροτέρευαν με τη Νέστα ντιν Ρέας Δύο Σελήνες, οι υπόλοιπες θα έτρεχαν και δεν θα έφταναν.