Выбрать главу

«Τι τρομερή γυναίκα!» γρύλισε, μετακινώντας το κορμί της στα μαξιλάρια του πάγκου. Αλλά κι η συμπεριφορά της Αβιέντα δεν ήταν καλύτερη, όταν η Νυνάβε πρότεινε να πάει εκείνη στους Θαλασσινούς, οι οποίοι είχαν εντυπωσιαστεί από την παρουσία της. Έδωσε στη φωνή της έναν οξύ τόνο σχολαστικότητας. Δεν θύμιζε απόλυτα την Αβιέντα, αλλά υπήρχε η ίδια αίσθηση ακεφιάς. «Όλα στην ώρα τους, Νυνάβε αλ'Μεάρα. Ίσως μάθω κάτι παρακολουθώντας σήμερα τον Τζάιτσιμ Καρίντιν». Ακόμα κι αν δεν ήξερε πως η Αελίτισσα ήταν άφοβη, το γεγονός ότι ανυπομονούσε να κατασκοπεύσει τον Καρίντιν θα την έκανε ατρόμητη στα μάτια της. Το να στέκεται μια ολόκληρη μέρα σε έναν πολυσύχναστο δρόμο και κάτω από αυτήν τη ζέστη, δεν ήταν ό,τι καλύτερο· εκείνη τη μέρα δε, τα πράγματα θα ήταν χειρότερα εξαιτίας του πανηγυριού. Η Νυνάβε πίστευε πως η γυναίκα θα προτιμούσε μια αναζωογονητική βαρκάδα.

Η βάρκα κλυδωνίστηκε. Μια ωραία αναζωογονητική βαρκάδα, συλλογίστηκε. Η δροσερή αύρα του κολπίσκου, αύρα νοτερή, όχι ξηρή. Η βάρκα κουνήθηκε. «Να πάρει!» μούγκρισε. Τρομοκρατημένη, έφερε το χέρι στο στόμα της κι ακούμπησε τις φτέρνες της στο μπροστινό μέρος του πάγκου, δικαιολογημένα σοκαρισμένη. Αν ήθελε να μην έχει πρόβλημα με αυτούς τους Θαλασσινούς, θα έπρεπε να συνηθίσει στις βρωμιές που θα έβγαιναν από το στόμα της, όπως ακριβώς έκανε κι ο Ματ. Ούτε καν ήθελε να τον σκέφτεται. Ακόμα μια μέρα να τον περίμενε, και θα ξερίζωνε τα μαλλιά του κεφαλιού της τρίχα-τρίχα! Όχι ότι της είχε ζητήσει τίποτα παράλογο μέχρι τώρα, αλλά η Νυνάβε αυτό περίμενε εκ μέρους του, κι εκείνοι οι τρόποι του...!

«Όχι!» είπε αποφασιστικά. «Πρέπει να καλμάρω το στομάχι μου, όχι να το ανακατέψω». Η βάρκα συνέχισε να κλυδωνίζεται ελαφρά κι η Νυνάβε προσπάθησε να συγκεντρωθεί στα ρούχα της. Δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στα ρούχα, όπως η Ηλαίην για παράδειγμα, αλλά το να σκέφτεται τα μετάξια και τις δαντέλες ήταν καταπραϋντικό.

Καθετί ήταν προσεκτικά διαλεγμένο, ώστε να εντυπωσιάσει την Κυρά των Πλοίων, σε μια προσπάθεια να κερδηθεί το χαμένο έδαφος. Πράσινο μετάξι με κίτρινες γραμμώσεις στον ποδόγυρο, με χρυσά κεντίδια στα μανίκια και στο μπούστο, με χρυσαφιές δαντέλες στο στρίφωμα και στους καρπούς καθώς και γύρω από το ντεκολτέ. Ίσως θα έπρεπε να έχει φορέσει κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό, για να την πάρουν στα σοβαρά, αλλά δεν είχε τίποτα. Σύμφωνα με τα έθιμα των Θαλασσινών, το ντύσιμο της ήταν κάτι παραπάνω από σεμνό. Η Νέστα θα έπρεπε να τη δεχτεί όπως ήταν. Η Νυνάβε αλ'Μεάρα δεν άλλαζε ντύσιμο με τίποτα και για κανέναν.

Οι κίτρινες καρφίτσες από οπάλιο πάνω στην πλεξούδα της της ανήκαν -δώρο του Πανάρχη του Τάραμπον, μάλιστα- αλλά η Τάυλιν τής είχε χαρίσει το χρυσό περιδέραιο με τα σμαράγδια και τα μαργαριτάρια που απλωνόταν πάνω στο στήθος της. Ένα περιδέραιο πολυτελέστερο απ’ όσο είχε φανταστεί ποτέ ότι θα είχε στην κατοχή της. Ένα δωράκι, επειδή της είχε παραδώσει τον Ματ, έτσι το είχε αποκαλέσει η Τάυλιν. Δεν έβγαινε νόημα βέβαια, αλλά ίσως η Βασίλισσα χρειαζόταν κάποια δικαιολογία γι' αυτό το ανεκτίμητο δώρο. Τα βραχιόλια από χρυσό και φίλντισι ανήκαν στην Αβιέντα· περιέργως, διέθετε ένα εντυπωσιακό απόθεμα κοσμημάτων, αν κι ήταν γυναίκα που σπανίως φορούσε κάτι περισσότερο από ένα ασημένιο περιδέραιο. Η Νυνάβε της είχε ζητήσει να δανειστεί αυτό το πανέμορφο φιλντισένιο βραχιόλι με τα σκαλιστά αγκαθερά τριαντάφυλλα, το οποίο η Αελίτισσα δεν φορούσε ποτέ. Παραδόξως, η Αβιέντα το έσφιξε στο στήθος της, λες κι ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχε, κι η Ηλαίην άρχισε να την παρηγορεί. Η Νυνάβε δεν θα εκπλησσόταν, αν έβλεπε τις δυο τους να κλαίνε η μία στον ώμο της άλλης.

Κάτι περίεργο συνέβαινε και, αν δεν ήξερε πως εκείνες οι δύο ήταν πολύ ορθολογικές ώστε να μην ασχολούνται με τέτοιες σαχλαμάρες, θα υπέθετε ότι κάποιος άντρας υπήρχε στη μέση. Τουλάχιστον, η Αβιέντα ήταν πολύ ορθολογική· η Ηλαίην λαχταρούσε ακόμα τον Ραντ, αν κι η Νυνάβε δεν μπορούσε να την κατηγορήσει γι' αυτό...

Ξαφνικά, αισθάνθηκε να την περιτυλίγουν τεράστια κύματα από σαϊντάρ, και...

...βρέθηκε να σπαρταρά βυθισμένη στο αλμυρό νερό, παγιδευμένη στο φόρεμά της, προσπαθώντας με σπασμωδικές κινήσεις να βγει στην επιφάνεια για να αναπνεύσει. Το κεφάλι της αναδύθηκε και πάσχισε να πάρει ανάσα κοιτώντας έκπληκτη τριγύρω, ανάμεσα στα μαξιλάρια που επέπλεαν. Μια στιγμή αργότερα, αντιλήφθηκε πως το κυρτό αντικείμενο που έγερνε από πάνω της ήταν ένα από τα καθίσματα της καμπίνας, καθώς κι ένα κομμάτι του τοιχώματος. Βρισκόταν παγιδευμένη στο εσωτερικό ενός αεροθύλακα. Δεν ήταν μεγάλος. Θα μπορούσε να αγγίξει τα τοιχώματά του χωρίς να τεντώσει πλήρως τα χέρια της. Πώς, όμως...; Ένας ηχηρός γδούπος την έκανε να καταλάβει πως είχε φθάσει στον πάτο του ποταμού. Η αναποδογυρισμένη καμπίνα κλονίστηκε και πήρε κλίση. Νόμισε πως ο αεροθύλακας συρρικνώθηκε κάπως.