Выбрать главу

Πρώτ' απ' όλα, πριν ακόμα αναρωτηθεί για οτιδήποτε, έπρεπε να βρει τρόπο να βγει από κει προτού ξόδευε όλον τον αέρα. Ήξερε να κολυμπάει -είχε πλατσουρίσει κάμποσες φορές στις λιμνούλες του Νεροδάσους, πίσω στην πατρίδα. Αυτό που την ενοχλούσε ήταν όταν το νερό άρχισε να την ταρακουνά. Γεμίζοντας με αέρα τα πνευμόνια της, διπλώθηκε και κολύμπησε προς το σημείο όπου θα έπρεπε να βρίσκεται η πόρτα, κλωτσώντας αδέξια εξαιτίας της φούστας της. Ίσως να βοηθούσε αν έβγαζε το φόρεμά της, αλλά δεν ήθελε με τίποτα να βγει στην επιφάνεια φορώντας μονάχα το ριχτό φόρεμα, τις κάλτσες και τα κοσμήματα. Άλλωστε, δεν ήθελε να τα αφήσει πίσω. Επιπλέον, ήταν αδύνατον να βγάλει το φόρεμά της χωρίς να χάσει το πουγκί που είχε περασμένο στη ζώνη της και, στο μεταξύ, θα πνιγόταν.

Τα νερά ήταν σκοτεινά, αφώτιστα. Τα τεντωμένα της δάχτυλα άγγιξαν ξύλο κι ένιωσε τα διακοσμητικά σκαλίσματα μέχρι που βρήκε την πόρτα. Την ψηλάφισε άκρη-άκρη και βρήκε τον μεντεσέ. Μουρμουρίζοντας διάφορες κατάρες μέσα στο κεφάλι της, προχώρησε προσεκτικά από την άλλη μεριά. Ναι! Να το πόμολο! Το ανασήκωσε κι έσπρωξε. Η πόρτα μετακινήθηκε περίπου δύο ίντσες... και σταμάτησε.

Με τα πνευμόνια της να κοντεύουν να σπάσουν, κολύμπησε πίσω, προς τον αεροθύλακα, ίσα-ίσα για να πάρει μια βαθιά ανάσα. Αυτήν τη φορά, βρήκε γρηγορότερα την πόρτα. Πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τη χαραμάδα για να δει τι ήταν αυτό που την εμπόδιζε να ανοίξει, κι αυτά βυθίστηκαν στη λάσπη. Ίσως να μπορούσε να σκάψει έναν λοφίσκο, ή... Ψαχούλεψε κάπως ψηλότερα. Κι άλλη λάσπη. Άρχισε να σκάβει μανιασμένα με τα δάχτυλά της, από τη βάση της χαραμάδας προς την κορυφή κι ύστερα, αδυνατώντας να πιστέψει αυτό που της συνέβαινε, από την κορυφή προς τη βάση. Λάσπη, γλοιώδης λάσπη, παντού.

Αυτή τη φορά, όταν κολύμπησε ξανά πίσω, στον αεροθύλακα, άρπαξε γερά την άκρη του καθίσματος πάνω από το κεφάλι της και κρεμάστηκε βαριανασαίνοντας και με την καρδιά της να βροντοκοπάει στο στήθος της. Ένιωθε τον αέρα πιο... πηχτό.

«Δεν πρόκειται να πεθάνω εδώ», μουρμούρισε. «Δεν θα πεθάνω!»

Χτύπησε τη γροθιά της πάνω στο κάθισμα μέχρι που αισθάνθηκε το χέρι της να πρήζεται, παλεύοντας να ξυπνήσει μέσα της την οργή που θα της επέτρεπε να διαβιβάσει. Δεν θα πέθαινε. Όχι εδώ. Μονάχη. Κανείς δεν θα μπορούσε να μάθει πού είχε πεθάνει. Θα έμενε άταφη, ένα πτώμα που θα σάπιζε στον πυθμένα του ποταμού. Το μπράτσο της έπεσε στο νερό πλατσουρίζοντας, κι η Νυνάβε πάλεψε να πάρει ανάσα. Μαύρα κι ασημιά στίγματα χόρευαν μπρος στα μάτια της και της φάνηκε πως κοιτούσε μέσα από έναν σωλήνα. Η οργή δεν φούντωνε μέσα της, συνειδητοποίησε αμυδρά. Συνέχισε να προσπαθεί να αγγίξει το σαϊντάρ, αλλά δεν είχε πια και πολλές ελπίδες ότι θα τα κατάφερνε. Τελικά, θα πέθαινε εδώ. Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα. Αντίο, Λαν. Κι έτσι, αφήνοντας πίσω της την ελπίδα να τρεμοπαίζει στην άκρη της συνείδησής της, σαν φλόγα κεριού που τρεμοσβήνει, έκανε κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ στη ζωή της. Αφέθηκε ολοκληρωτικά.

Το σαϊντάρ την περικύκλωσε, τη γέμισε.

Μόλις που συνειδητοποίησε ότι το ξύλο, πάνω από το κεφάλι της, διογκώθηκε ξαφνικά κι έσπασε. Αφήνοντας πίσω της φυσαλίδες αέρα, γλίστρησε προς τα πάνω, μέσα από την τρύπα του σκαριού στο σκοτάδι. Ήξερε αόριστα πως κάτι έπρεπε να κάνει και σχεδόν το θυμήθηκε. Ναι. Τα πόδια της κλώτσησαν αδύναμα και πάσχισε να κουνήσει τα χέρια της για να κολυμπήσει. Έμοιαζαν να επιπλέουν.

Κάτι την άρπαξε από το φόρεμα κι ο πανικός φούντωσε μέσα της στη σκέψη ότι επρόκειτο για καρχαρίες ή για σκορπίνες, ή το Φως ήξερε τι είδους άλλα όντα κατοικούσαν σ' αυτά τα σκοτεινά βάθη. Μια σπίθα συνειδητότητας ήταν αρκετή για να της θυμίσει τη Δύναμη, αλλά συνέχισε να κουνάει απεγνωσμένα τις γροθιές και τα πόδια της, μέχρι που ένιωσε τις αρθρώσεις της να χτυπούν πάνω σε κάτι στέρεο. Ούρλιαξε ή τουλάχιστον προσπάθησε, μια κι η ποσότητα νερού που κατάπιε έπνιξε το ουρλιαχτό, το σαϊντάρ και τα τελευταία ψήγματα της συνείδησής της.

Ένιωσε κάτι να της τραβάει ξανά και ξανά την πλεξούδα κι αισθάνθηκε πως την... έσερναν. Δεν είχε αρκετή συναίσθηση πια, ώστε να παλέψει ή να φοβηθεί ότι ίσως την έτρωγε κανένα πλάσμα.

Ξαφνικά, το κεφάλι της ξεπρόβαλε στην επιφάνεια. Χέρια την έπιασαν από πίσω —χέρια, όχι καρχαρίας— και σφίχτηκαν πάνω στα πλευρά της με έναν αρκετά γνώριμο τρόπο. Έβηξε κι αισθάνθηκε νερό να ξεπετάγεται από τη μύτη της. Έβηξε ξανά, κι αυτή τη φορά πόνεσε και πήρε μια βαθιά ανάσα ριγώντας. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε γευθεί κάτι τόσο γλυκό όσο ο καθαρός αέρας.