Ο Πέριν Αϋμπάρα καθόταν κατάχαμα, με τη φαρδιά του πλάτη να ακουμπάει πάνω στον τροχό μιας άμαξας, παρακαλώντας να μη σταματήσει να φυσάει γιατί ο αέρας τον δρόσιζε έστω και για λίγο. Ο νοτιάς είχε σβήσει την οσμή του θανάτου από τα ρουθούνια του, μια οσμή η οποία του υπενθύμιζε πού έπρεπε κανονικά να βρίσκεται, σε ένα μέρος όπου δεν είχε την παραμικρή επιθυμία να πάει. Εδώ ήταν πολύ καλύτερα, στο εσωτερικό του κύκλου από τις άμαξες, με τα νώτα του στον Βορρά, που κατά κάποιον τρόπο μπορούσε να ξεχάσει. Όσες άμαξες δεν είχαν υποστεί ζημιές είχαν ρυμουλκηθεί στην κορυφή του λόφου από χτες το απόγευμα, μόλις οι άντρες βρήκαν τη δύναμη να κάνουν κάτι παραπάνω από το να ευχαριστούν το Φως που ανέπνεαν ακόμα. Τώρα, ο ήλιος ανέβαινε ξανά, φέρνοντας μαζί του την ανυπόφορη κάψα.
Έξυσε νευριασμένος την κοντή και σγουρή του γενειάδα. Όσο πιο πολύ ίδρωνε, τόσο περισσότερη φαγούρα είχε. Ο ιδρώτας κυλούσε στα πρόσωπα όλων όσων έβλεπε, πλην των Αελιτών, ενώ το νερό απείχε κοντά ένα μίλι προς Βορρά, όπως επίσης κι η φρίκη κι οι οσμές. Οι περισσότεροι το θεωρούσαν δίκαιη ανταλλαγή. Έπρεπε να είχε κάνει το καθήκον του, ωστόσο κάποια ίχνη ενοχής δεν τον συγκίνησαν. Σήμερα ήταν η μέρα του Ανώτατου Τσάσαλαϊν και στην πατρίδα, στους Δύο Ποταμούς, το ξεφάντωμα κι ο χορός θα κρατούσαν όλη μέρα κι όλη νύχτα. Ήταν η Ημέρα του Στοχασμού, όπου υποτίθεται πως θυμόσουν όσα καλά συνέβησαν στη ζωή σου, ενώ όποιος εξέφραζε κάποιο παράπονο κυκλοφορούσε με έναν κουβά νερό στημένο πάνω στο κεφάλι του για να ξεπλύνει την κακοτυχία, κάτι όχι και τόσο ευχάριστο όταν ο καιρός ήταν κρύος, όπως θα έπρεπε να είναι κανονικά. Πόσο ευχάριστος θα ήταν τώρα ένας κουβάς νερό... Συνειδητοποίησε πως, για άνθρωπος που την είχε γλιτώσει πολύ φτηνά, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να κάνει καλές σκέψεις. Μόλις χθες είχε πληροφορηθεί κάποια πράγματα για τον εαυτό του· ίσως να ήταν και σήμερα το πρωί, όταν όλα είχαν τελειώσει.
Διαισθανόταν ακόμα μερικούς από τους λύκους, μια χούφτα από δαύτους που είχαν επιβιώσει κι απομακρύνονταν από δω, από τους ανθρώπους. Εξακολουθούσαν να αποτελούν το κύριο θέμα συζήτησης του καταυλισμού, προκαλώντας ανήσυχες εικασίες σχετικά με το από πού είχαν έρθει και για ποιο λόγο. Μερικοί πίστευαν πως τους είχε καλέσει ο ίδιος ο Ραντ, ενώ οι περισσότεροι θεωρούσαν υπεύθυνες τις Άες Σεντάι. Οι Άες Σεντάι δεν έλεγαν τι πίστευαν. Η κατηγόρια δεν έπεφτε στους λύκους -ό,τι έγινε, έγινε- αλλά δεν άντεχε τη μοιρολατρία τους. Είχαν έρθει γιατί τους κάλεσε ο ίδιος. Οι φαρδιοί ώμοι, που τον έκαναν να μοιάζει κοντύτερος απ' όσο ήταν, κατέρρευσαν κάτω από το βάρος της ευθύνης. Πού και πού, άκουγε άλλους λύκους, οι οποίοι δεν είχαν έρθει, να μιλούν περιφρονητικά σε όσους ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα. Να τι παθαίνει όποιος ανακατεύεται στις υποθέσεις των διπόδων. Τι άλλο να περιμένει κανείς;
Ζοριζόταν να κρατήσει τις σκέψεις του για τον εαυτό του. Ήθελε να αλυχτήσει, να τους μεταδώσει το μήνυμα πως αυτοί που χλεύαζαν είχαν δίκιο. Ήθελε να βρίσκεται σπίτι του, στους Δύο Ποταμούς. Λίγες οι ελπίδες του, ίσως και να μην το ξανάβλεπε ποτέ. Ήθελε να βρεθεί ξανά με τη γυναίκα του, οπουδήποτε, κι όλα να ήταν όπως πριν. Οι πιθανότητες ήταν κάπως μεγαλύτερες, κι αυτό μπορεί να ήταν χειρότερο. Πολύ περισσότερο, όμως, από τη νοσταλγία για το σπίτι του, πιο πολύ κι από τους λύκους ακόμα, η ανησυχία για τη Φάιλε τον κατέτρωγε εκ των έσω, σαν νυφίτσα που προσπαθούσε να σκάψει τα σωθικά του. Η αλήθεια ήταν πως η κοπέλα έμοιαζε χαρούμενη βλέποντάς τον να φεύγει από την Καιρχίν. Τι μπορούσε να κάνει; Δεν υπήρχαν λέξεις για να περιγράψουν πόσο αγαπούσε τη γυναίκα του, πόση ανάγκη την είχε, αλλά εκείνη από την πλευρά της ήταν ζηλιάρα χωρίς να υπάρχει λόγος, πληγωνόταν όταν αυτός δεν έφταιγε σε τίποτα και θύμωνε για αδιευκρίνιστους λόγους. Κάτι έπρεπε να κάνει, αλλά τι; Η απάντηση του διέφευγε. Το μόνο όπλο που διέθετε ήταν οι ψύχραιμες σκέψεις, ενώ η Φάιλε ενεργούσε παρορμητικά.
«Οι Αελίτες πρέπει να φορέσουν μερικά ρούχα», μουρμούρισε διακριτικά ο Άραμ, κοιτώντας συνοφρυωμένος το έδαφος. Κάθισε οκλαδόν εκεί δίπλα, κρατώντας υπομονετικά τα χαλινάρια ενός ψηλόλιγνου ευνουχισμένου ίππου. Σπάνια απομακρυνόταν από τον Πέριν. Το ξίφος που ήταν περασμένο στην πλάτη του ήταν παράταιρο στο προχειροφτιαγμένο πανωφόρι με τις πράσινες ρίγες, το οποίο κρεμόταν από πάνω του ξεκούμπωτο εξαιτίας της ζέστης. Ένα κεφαλόδεσμος τυλιγμένος γύρω από το μέτωπό του εμπόδιζε τον ιδρώτα να πέσει στα μάτια του. Κάποτε, ο Πέριν τον θεωρούσε αρκετά ευπαρουσίαστο άντρα. Ωστόσο, μια ψυχρή σκοτεινιά φαίνεται πως είχε απλωθεί στην ψυχή του και το κατσούφιασμα είχε γίνει πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού του. «Δεν είναι σωστό, Άρχοντα Πέριν».