Ένα χέρι την έπιασε από το πηγούνι και, ξαφνικά, η Νυνάβε άρχισε να σύρεται προς τα πίσω πάλι. Κατακλυζόταν από μια αίσθηση απόλυτης κόπωσης. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να επιπλέει ανάσκελα, να ανασαίνει κανονικά και να κοιτάζει τον ουρανό. Ήταν τόσο γαλάζιος, τόσο όμορφος. Το τσούξιμο στα μάτια της δεν προερχόταν μονάχα από την αλμύρα του νερού.
Κι έπειτα, ένιωσε να την τραβούν προς τα πάνω και τον εαυτό της να ακουμπάει στα πλευρά μιας βάρκας, ενώ ένα τραχύ χέρι την έσπρωχνε από κάτω για να τη σηκώσει ψηλότερα, μέχρι να τη φτάσουν και να την τραβήξουν δύο ψιλόλιγνοι τύποι με μπρούντζινα σκουλαρίκια περασμένα στα αυτιά τους. Τη βοήθησαν να κάνει ένα δυο βήματα, αλλά μόλις την άφησαν, για να βοηθήσουν τον λυτρωτή της, τα πόδια της Νυνάβε κατέρρευσαν σαν πύργοι φτιαγμένοι από υγρή ζύμη.
Με τα χέρια και τα γόνατά της να παραπαίουν, αφέθηκε να κοιτάζει σαν αποβλακωμένη το ξίφος, τις μπότες και τον πράσινο μανδύα, που είχε ρίξει κάποιος στο κατάστρωμα. Άνοιξε το στόμα της κι άδειασε το στομάχι της στον Ποταμό Έλμπαρ, ο οποίος φάνηκε να εμπλουτίζεται με το μεσημεριανό και το πρωινό της. Δεν θα την εξέπληττε, αν έβλεπε μερικά ψάρια ή ακόμη και τα πασούμια της. Σκούπιζε τα χείλη της με την ανάστροφη του χεριού της, όταν συνειδητοποίησε ότι άκουγε φωνές.
«Είναι καλά ο Άρχοντας; Ήταν βυθισμένος πολλή ώρα».
«Μια χαρά είμαι, άνθρωπέ μου», αποκρίθηκε μια βαθιά φωνή. «Βρες κάτι να σκεπάσεις την κυρία». Ήταν η φωνή του Λαν, η φωνή που ονειρευόταν πως άκουγε κάθε νύχτα.
Με τα μάτια γουρλωμένα, η Νυνάβε μόλις που κατάφερε να καταπνίξει μια γοερή κραυγή· ο τρόμος που είχε νιώσει όταν σκέφτηκε πως θα πέθαινε δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτό που αισθανόταν τώρα. Τίποτα! Ήταν ένας εφιάλτης, αλλά δεν είχε σχέση με αυτό! Τώρα έμοιαζε με πνιγμένο ποντίκι, έτσι γονατιστή, με το περιεχόμενο του στομαχιού της χυμένο μπροστά της!
Χωρίς δεύτερη σκέψη, αγκάλιασε το σαϊντάρ και διαβίβασε. Το νερό στραγγίστηκε γρήγορα από τα ρούχα και τα μαλλιά της, απομακρύνοντας κάθε απόδειξη της μικρής της κακοτυχίας έτσι όπως χυνόταν στην υδρορροή. Σηκώθηκε όρθια, τακτοποίησε γρήγορα το περιδέραιο στον λαιμό της κι έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να στρώσει το φόρεμα και τα μαλλιά της. Όμως, το μούσκεμα στο θαλασσινό νερό και το απότομο στέγνωμα είχαν ως αποτέλεσμα να μείνουν κάμποσες κηλίδες και ζαρωματιές πάνω στο μετάξι, οι οποίες απαιτούσαν ένα επιδέξιο χέρι κι ένα ζεστό σίδερο για να εξαφανιστούν. Τούφες μαλλιών πετάγονταν από το κεφάλι της, ενώ τα οπάλια στην πλεξούδα της έμοιαζαν με βούλες στην ανασηκωμένη ουρά μιας θυμωμένης γάτας.
Ωστόσο, δεν είχε σημασία. Η ίδια ήταν πλέον η προσωποποίηση της ηρεμίας, γαλήνια σαν ανοιξιάτικη αύρα, συγκροτημένη σαν... Γύρισε απότομα, προτού ο άντρας προλάβαινε να έρθει από πίσω της ξαφνιάζοντας την και κάνοντάς τη να ντροπιαστεί.
Συνειδητοποίησε πόσο γοργά είχε κινηθεί μόνο όταν είδε τον Λαν να κάνει μόλις το δεύτερό του βήμα από την κουπαστή. Ήταν ο ωραιότερος άντρας που είχε αντικρίσει ποτέ. Έμοιαζε εξαίσιος, με την πουκαμίσα, το παντελόνι και τις κάλτσες του μουσκεμένα, με τα μαλλιά του, που έσταζαν, να κολλούν στις γωνίες του προσώπου του και... Στο πρόσωπό του υπήρχε ένας πορφυρός μώλωπας, λες και τον είχαν χτυπήσει. Θυμήθηκε την πρόσκρουση της γροθιάς της κι έφερε το χέρι στο στόμα της.
«Ω, Λαν, με συγχωρείς! Δεν το ήθελα!» Δεν κατάλαβε για πότε διέσχισε την απόσταση που τους χώριζε, αλλά την επόμενη στιγμή ήταν εκεί, ανασηκωμένη στις μύτες των ποδιών της, για να ακουμπήσει τα δάχτυλά της απαλά στην πληγή του. Μια επιδέξια ύφανση των Πέντε Δυνάμεων και το μελανό του μάγουλο ήταν πια αψεγάδιαστο. Ίσως, όμως, να είχε χτυπήσει κι αλλού. Έγνεσε την ύφανση της Διερεύνησης· νέες ουλές έκαναν την ψυχή της να μορφάσει και διέκρινε κάτι παράξενο, αλλά, σε γενικές γραμμές, ο άντρας έμοιαζε υγιής σαν ταύρος. Επίσης, ήταν μουσκεμένος από την προσπάθεια που είχε καταβάλει για να τη σώσει. Τον στέγνωσε, όπως είχε κάνει και με τον εαυτό της, και το νερό χύθηκε με θόρυβο στα πόδια του. Δεν σταμάτησε στιγμή να τον αγγίζει. Ψηλάφιζε και με τα δυο της χέρια τα σκληρά του μάγουλα, τα υπέροχα γαλάζια του μάτια, τη θεληματική του μύτη, τα σφιχτά του χείλη, τα αυτιά του. Έσιαξε με τα δάχτυλά της τα μεταξένια μαύρα μαλλιά του και τακτοποίησε τη δερμάτινη λωρίδα που τα κρατούσε στη θέση τους. Το στόμα της έμοιαζε να μιλάει με δική του θέληση. «Ω, Λαν», μουρμούρισε. «Είσαι εδώ, μαζί μου». Κάποιος χασκογέλασε. Όχι η ίδια —η Νυνάβε αλ'Μεάρα δεν χασκογελούσε ποτέ. «Δεν είναι όνειρο. Μα το Φως, είσαι εδώ. Πώς έγινε;»