«Ένας υπηρέτης από το Παλάτι Τάρασιν μού είπε πως είχες πάει στο ποτάμι, κι ένας τύπος στην αποβάθρα με πληροφόρησε ποια βάρκα είχες πάρει. Αν ο Μαντάρμπ δεν είχε χάσει ένα πέταλο, θα ήμουν εδώ από χτες».
«Δεν με νοιάζει. Σημασία έχει ότι είσαι εδώ, αυτό μετράει». Λέγοντας αυτά, δεν χασκογελούσε διόλου.
«Μπορεί να είναι Άες Σεντάι», μουρμούρισε, όχι και τόσο σιγανά, ένας από τους βαρκάρηδες. «Ωστόσο, εξακολουθώ να πιστεύω πως δεν είναι παρά ένα παπάκι που πάει κατευθείαν στο στόμα του λύκου».
Το πρόσωπο της Νυνάβε έγινε κατακόκκινο. Άφησε τα χέρια της να πέσουν στα πλευρά της, ενώ οι φτέρνες της χτύπησαν βαριά στο κατάστρωμα. Υπό άλλες συνθήκες, θα είχε απαντήσει κατάλληλα σε αυτόν τον τύπο, με το μυαλό της πιο καθαρό. Ο Λαν, όμως, εκτόπιζε οτιδήποτε άλλο υπήρχε στον νου της. Τον έπιασε από το μπράτσο. «Μπορούμε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως στην καμπίνα». Της φάνηκε πως ένας από τους βαρκάρηδες κρυφογέλασε.
«Το ξίφος μου και...»
«Θα το φέρω εγώ», του είπε χρησιμοποιώντας μια ροή Αέρα, για να πάρει τα πράγματά του από το κατάστρωμα. Ένας από αυτούς τους αγροίκους όντως είχε κρυφογελάσει. Μια άλλη ροή Αέρα άνοιξε την πόρτα της καμπίνας κι η Νυνάβε έσπρωξε τον Λαν, το ξίφος του και τα μπαγκάζια του στο εσωτερικό, κλείνοντας πίσω της την πόρτα.
Μα το Φως, αμφέβαλλε αν ακόμα κι η Κάλε Κόπλιν, πίσω στην πατρίδα, ήταν τόσο θαρραλέα κι αν οι σωματοφύλακες των εμπόρων ήξεραν το εκ γενετής σημάδι της όπως το πρόσωπό της. Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου το ίδιο πράγμα! Δεν έβλαπτε να είναι λιγότερο... ανυπόμονη. Τα χέρια της ακούμπησαν ξανά το πρόσωπό του, απλώς για να ισιώσουν λίγο ακόμα τα μαλλιά του. Ο άντρας έπιασε τους καρπούς της απαλά στα μεγάλα του χέρια.
«Η Μυρέλ με έχει δεσμεύσει τώρα», της είπε μαλακά. «Με δάνεισε σε σένα μέχρι να βρεις Πρόμαχο».
Ελευθέρωσε αργά το δεξί της χέρι και τον χαστούκισε με όση δύναμη είχε. Το κεφάλι του μόλις που κινήθηκε, έτσι ελευθέρωσε και το άλλο της χέρι και τον χαστούκισε δυνατότερα. «Πώς μπόρεσες;» Καλού κακού, για να δώσει έμφαση στην ερώτηση, τον χαστούκισε ξανά. «Το ήξερες πως περίμενα!» Ήταν έτοιμη να επαναλάβει την πράξη της, προκειμένου να τον αναγκάσει να εμπεδώσει την παρατήρησή της. «Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό; Πώς μπόρεσες και της το επέτρεψες;» Άλλο ένα χαστούκι. «Που να σε πάρει και να σε σηκώσει, Λαν Μαντράγκοραν! Που να καείς στο Χάσμα του Χαμού! Να καείς!»
Ο άντρας —ο καταραμένος αυτός άντρας!— δεν είπε ούτε λέξη. Όχι, βέβαια, ότι ήταν και τόσο εύκολο. Τι δικαιολογία να προέβαλλε, άλλωστε; Απλώς, καθόταν ακίνητος και τις έτρωγε, χωρίς να κάνει καμιά κίνηση, χωρίς καν να βλεφαρίζει, με τα μάτια του να φαίνονται περίεργα και να έρχονται σε έντονη αντίθεση με τα μάγουλά του, που η Νυνάβε είχε φροντίσει να αναψοκοκκινίσουν. Μπορεί τα ραπίσματά της να μην τον επηρέαζαν ιδιαίτερα, αλλά η Νυνάβε ένιωθε ήδη το έντονο κάψιμο στις παλάμες της.
Αγριοκοιτάζοντάς τον, έκανε το χέρι της γροθιά και του έδωσε μια μπουνιά στο στομάχι, με όλη της τη δύναμη. Αυτός μούγκρισε ελαφρά.
«Πρέπει να το συζητήσουμε αυτό το θέμα ήρεμα και λογικά», του είπε, κάνοντας ένα βήμα πίσω. «Σαν ώριμοι άνθρωποι». Ο Λαν απλά ένευσε, κάθισε κάτω και τράβηξε κοντά του τις μπότες του! Απομακρύνοντας μερικές τρίχες από το πρόσωπό της με το αριστερό της χέρι, έκρυψε το δεξί πίσω από την πλάτη της, έτσι ώστε να μπορεί να τεντώσει τα πονεμένα της δάχτυλα χωρίς να την προσέξει. Δεν είχε δικαίωμα να είναι τόσο σκληρός, ειδικά όταν ήθελε να τον χτυπήσει. Μάταια ήλπιζε πως του είχε σπάσει κάποιο πλευρό.
«Θα πρέπει να την ευχαριστείς, Νυνάβε». Πώς ήταν δυνατόν να ακούγεται τόσο ήρεμος αυτός ο άνθρωπος; Πέρασε το ένα του πόδι μέσα στην μπότα κι έσκυψε να πάρει την άλλη δίχως να της ρίξει ματιά. «Δεν θα ήθελες να είμαι δεσμευμένος μαζί σου».
Η ροή του Αέρα άρπαξε μια χούφτα από τα μαλλιά του και του λύγισε το κεφάλι προς τα πίσω, κάτι μάλλον οδυνηρό. «Αν τολμήσεις -απλώς, αν τολμήσεις- να αρχίσεις να μου τσαμπουνάς πως δεν θες να μου δώσεις το πέπλο της χήρας, Λαν Μαντραγκόραν, θα... θα...» Δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι αρκετά απειλητικό. Δεν ήταν αρκετό να τον χτυπήσει. Η Μυρέλ. Η Μυρέλ κι οι Πρόμαχοι της! Που να τον έπαιρνε και να τον σήκωνε! Ακόμα κι αν τον έγδερνε ζωντανό, πάλι δεν θα αρκούσε.
Δεν ήταν ανάγκη να τον έχει με το κεφάλι λυγισμένο και τον λαιμό γερτό. Ο Λαν ακούμπησε απαλά τους πήχεις του χεριού του πάνω στα γόνατά του κι αφέθηκε να την παρακολουθεί με αυτό το αλλόκοτο βλέμμα. Τελικά, είπε: «Σκέφτηκα να μη σου το πω, αλλά έχεις δικαίωμα να ξέρεις». Ο τόνος της φωνής του ήταν ακόμα διστακτικός, παρ' όλο που ο Λαν ποτέ του δεν δίσταζε. «Όταν πέθανε η Μουαραίν - όταν ο δεσμός ενός Προμάχου απέναντι στην Άες Σεντάι του αποκόπτεται- γίνονται αλλαγές...»