Συνέχισε να μιλάει, και τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω από το κορμί της και την αγκάλιασαν, σφίγγοντάς τη για να μην τρέμει. Το σαγόνι της πονούσε, επειδή κρατούσε το στόμα της ερμητικά κλειστό. Απελευθέρωσε τη ροή κι εξακολούθησε να τον κρατάει, λες και δεν ήθελε να της φύγει. Κατόπιν απελευθέρωσε και το σαϊντάρ, αλλά εκείνος απλώς ίσιωσε το σώμα του και συνέχισε να της εξιστορεί θαρραλέα όλη αυτήν τη φρικαλεότητα, εξακολουθώντας να την κοιτάει. Ξαφνικά, η Νυνάβε συνειδητοποίησε πως η ματιά του ήταν ψυχρότερη κι από την καρδιά του χειμώνα. Το βλέμμα του ήταν βλέμμα ανθρώπου που γνώριζε ότι ήταν νεκρός, αλλά δεν νοιαζόταν, ανθρώπου που λαχταρούσε σχεδόν να πέσει σ’ αυτόν τον βαθύ και μεγάλο ύπνο. Τα μάτια της Νυνάβε έτσουζαν, μολονότι δεν είχε κλάψει.
«Βλέπεις, λοιπόν», συμπλήρωσε με ένα χαμόγελο, αποδοχής μεν αλλά κάπως ψεύτικο. «Όταν όλα τελειώσουν, αυτή θα έχει ακόμα μπροστά της περισσότερο από έναν χρόνο τιμωρίας, ενώ εγώ θα είμαι νεκρός. Εσύ απαλλάσσεσαι από αυτό. Είναι το τελευταίο μου δώρο προς εσένα, Μασίρα». Μασίρα. Η χαμένη του αγάπη.
«Θα είσαι ο Πρόμαχος μου μέχρι να βρω κάποιον άλλον;» Η φωνή της ήταν επίπεδη, σε βαθμό που την εξέπληξε. Δεν ήταν ώρα να ξεσπάσει σε κλάματα. Όχι τώρα, που περισσότερο από κάθε άλλη φορά έπρεπε να συγκεντρωθεί και να φανεί δυνατή.
«Ναι», απάντησε επιφυλακτικά ο Λαν, βάζοντας την άλλη του μπότα. Ανέκαθεν έμοιαζε με ημιεξημερωμένο λύκο, αλλά τα μάτια του μαρτυρούσαν πως τώρα δεν ήταν καν ημιεξημερωμένος.
«Ωραία». Η Νυνάβε τακτοποίησε τη φούστα της, προσπαθώντας να αντισταθεί στην παρόρμηση να διασχίσει την καμπίνα και να φτάσει κοντά του. Δεν θα τον άφηνε να διακρίνει τον φόβο της. «Γιατί τον έχω βρει. Είσαι εσύ. Με τη Μουαραίν έκανα υπομονή κι ευχόμουν να συμβεί. Δεν θα κάνω το ίδιο και με τη Μυρέλ. Θα μου παραχωρήσει τη δέσμευσή σου». Θα την ανάγκαζε, ακόμα κι αν χρειαζόταν να σύρει τη γυναίκα από το μαλλί μέχρι την Ταρ Βάλον και πίσω. Για αυτό το θέμα, ευχαρίστως θα το έκανε εκ πεποιθήσεως. «Μην πεις τίποτα», του είπε αυστηρά, όταν ο Λαν άνοιξε το στόμα του να μιλήσει. Τα δάχτυλά της ακούμπησαν φευγαλέα το πουγκί που είχε περασμένο στη ζώνη της, στο εσωτερικό του οποίου υπήρχε το βαρύ δαχτυλίδι του με τον χρυσό σφραγιδόλιθο, τυλιγμένο σε μεταξωτό μαντίλι. Καταβάλλοντας προσπάθεια, μετρίασε κάπως τον τόνο της φωνής της. Ο Λαν ήταν άρρωστος, και τα σκληρά λόγια δεν βοηθούσαν. Ωστόσο, χρειάστηκε να προσπαθήσει. Ήθελε να τον μαλώσει για ένα σωρό πράγματα, να ξεριζώσει την πλεξούδα της κάθε φορά που σκεφτόταν τον Λαν μαζί με εκείνη τη γυναίκα. Πασχίζοντας να διατηρήσει ήρεμη τη φωνή της, συνέχισε.
«Στους Δύο Ποταμούς, Λαν, όταν κάποιος δίνει σε κάποιον άλλο ένα δαχτυλίδι, σημαίνει πως αρραβωνιάζονται». Αυτό ήταν ψέμα, κι η Νυνάβε περίμενε πως ο άντρας θα αναπηδούσε οργισμένος, αλλά εκείνος απλώς βλεφάρισε κουρασμένα. Εξάλλου, η Νυνάβε είχε διαβάσει σε μια ιστορία σχετικά με αυτό το θέμα. «Είμαστε αρραβωνιασμένοι κάμποσο καιρό τώρα. Θα παντρευτούμε σήμερα».
«Προσευχόμουν γι' αυτό», απάντησε ο Λαν μαλακά, αλλά έπειτα κούνησε το κεφάλι του. «Ξέρεις όμως, Νυνάβε, ότι αυτό δεν γίνεται. Μα ακόμα κι αν γινόταν, η Μυρέλ...»
Παρά τις υποσχέσεις της να παραμείνει ήρεμη κι ευγενική, η Νυνάβε αγκάλιασε το σαϊντάρ και μπούκωσε το στόμα του Λαν με μια μάζα Αέρα, προτού εκείνος προλάβαινε να πει όσα η ίδια δεν ήθελε να ακούσει. Από τη στιγμή που δεν άφηνε τον άντρα να εξομολογηθεί, μπορούσε κάλλιστα να προσποιείται πως δεν είχε συμβεί τίποτα. Όταν θα έπεφτε, όμως, στα χέρια της η Μυρέλ...! Τα οπάλια πίεσαν δυνατά την παλάμη της και τράβηξε το χέρι της από την πλεξούδα, λες κι είχε καεί. Τα δάχτυλά της απασχολήθηκαν με το να χτενίζουν τα μαλλιά της, ενώ ο άντρας την αγριοκοίταζε αγανακτισμένος, με το στόμα ορθάνοικτο. «Μόλις πήρες ένα μικρό μάθημα για τη διαφορά ανάμεσα στις συζύγους και στις υπόλοιπες γυναίκες», του είπε ανάλαφρα. Όντως, χρειαζόταν να πασχίσει πολύ για να μην εκραγεί. «Θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα, αν δεν ανέφερες ξανά το όνομα της Μυρέλ μπροστά μου. Κατάλαβες;»
Ο Λαν ένευσε καταφατικά κι η Νυνάβε απελευθέρωσε τη ροή, αλλά, με το που τα σαγόνια του κινήθηκαν ξανά, είπε: «Το όνομα δεν έχει σημασία, Νυνάβε. Ξέρεις πως συναισθάνεται οτιδήποτε νιώθω μέσω του δεσμού. Αν ήμασταν σύζυγοι...»
Νόμιζε πως το πρόσωπό της από στιγμή σε στιγμή θα έπαιρνε φωτιά. Ποτέ δεν το είχε σκεφτεί αυτό! Καταραμένη Μυρέλ! «Υπάρχει τρόπος να μάθει ότι είμαι εγώ;» ρώτησε τελικά, με μάγουλα σχεδόν αναψοκοκκινισμένα, ειδικά όταν ο Λαν ακούμπησε στο τοίχωμα της καμπίνας κι άρχισε να γελάει έκπληκτος.