Выбрать главу

«Μα το Φως, Νυνάβε, είσαι κέρβερος. Μα το Φως! Έχω να γελάσω έτσι από...» Η ιλαρότητα χάθηκε και στη ματιά του επέστρεψε αυτή η ψυχράδα, που για μια στιγμή είχε θολώσει. «Μακάρι, Νυνάβε, αλλά...»

«Μπορεί να γίνει και θα γίνει», τον διέκοψε η γυναίκα. Οι άντρες πάντα έπαιρναν το πάνω χέρι, αν τους άφηνες να μιλούν για πολλή ώρα. Κάθισε απαλά στα γόνατα του. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν ακόμα σύζυγοι, αλλά εκείνος ήταν πιο μαλακός από τους γυμνούς πάγκους της βάρκας. Μετακινήθηκε κάπως, για να βρει μια πιο βολική θέση. Όντως, τα πόδια του δεν ήταν τόσο σκληρά όσο οι πάγκοι. «Μπορείς κάλλιστα να συμβιβαστείς, Λαν Μαντράγκοραν. Η καρδιά μου σου ανήκει κι έχεις παραδεχτεί πως κι η δική σου μου ανήκει. Μου ανήκεις και δεν θα σε αφήσω να φύγεις. Θα γίνεις ο Πρόμαχος μου κι ο σύζυγός μου για πάρα πολύ καιρό. Δεν πρόκειται να σε αφήσω να πεθάνεις. Το κατάλαβες αυτό; Μπορώ να γίνω όσο πεισματάρα χρειάζεται για να το πετύχω».

«Δεν το είχα προσέξει», της είπε, και τα μάτια της στένεψαν. Ο τόνος της φωνής του ήταν εξαιρετικά... ξερός.

«Μέχρι τώρα», του αποκρίθηκε σταθερά. Γύρισε το κεφάλι της και μέσα από το άνοιγμα παρατήρησε το σκαρί, πίσω του, κι έπειτα στράφηκε από την άλλη μεριά για να δει μέσα από το σκάλισμα, στο μπροστινό μέρος της καμπίνας. Μακρόστενες πέτρινες αποβάθρες ξεπετάγονταν από την πέτρινη προκυμαία κι έμοιαζαν να τους προσπερνούν. Το μόνο που έβλεπε ήταν κι άλλες αποβάθρες, καθώς και την πόλη που έλαμπε λευκή κάτω από τον απογευματινό ήλιο. «Πού πηγαίνουμε;» μουρμούρισε.

«Τους είπα να μας βγάλουν στην ακτή μόλις επιβιβαζόσουν», απάντησε ο Λαν. «Μου φαίνεται πως πρέπει να αφήσουμε τον ποταμό το συντομότερο».

«Εσύ...;» Η Νυνάβε έσφιξε τα δόντια της. Ο Λαν προφανώς δεν είχε ιδέα πού πήγαινε και για ποιον λόγο. Είχε κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε βάσει όσων γνώριζε. Κι, όντως, της είχε σώσει τη ζωή. «Δεν μπορώ να γυρίσω στην πόλη ακόμα, Λαν». Καθάρισε τον λαιμό της κι άλλαξε τον τόνο της φωνής της. Όσο ευγενική κι αν έπρεπε να είναι μαζί του, τα πολλά σιρόπια στα λόγια της θα την έκαναν να νιώσει ξανά αναγούλα. «Πρέπει να πάω στα πλοία των Θαλασσινών, στον Ανεμοδρομέα». Πολύ καλύτερα τώρα· ήταν ένας ελαφρύς τόνος, που παρέμενε σταθερός.

«Νυνάβε, βρισκόμουν ακριβώς πίσω από τη βάρκα σου κι είδα τι συνέβη. Ήσουν πενήντα πόδια μπροστά μου κι ύστερα πενήντα πόδια πίσω μου και βούλιαζες. Θα πρέπει να ήταν μοιροφωτιά». Δεν χρειαζόταν να πει περισσότερα, αφού η κοπέλα μίλησε γι' αυτόν, έχοντας μάλιστα μεγαλύτερη επίγνωση του τι είχε γίνει.

«Η Μογκέντιεν», είπε ξέπνοα. Θα μπορούσε βέβαια να ήταν κάποιος άλλος από τους Αποδιωγμένους ή κάποια από το Μαύρο Άτζα, αλλά ήξερε πως ήταν η Μογκέντιεν, την οποία είχε νικήσει στο παρελθόν, όχι μία αλλά δύο φορές, κι, αν χρειαζόταν, θα την κέρδιζε και τρίτη. Ωστόσο, η έκφραση του προσώπου της δεν αντικατόπτριζε την αυτοπεποίθησή της.

«Μη φοβάσαι», είπε ο Λαν, αγγίζοντάς τη στο μάγουλο. «Όσο είμαι εγώ πλάι σου, μη φοβάσαι. Αν αναγκαστείς να αντιμετωπίσεις τη Μογκέντιεν, θα φροντίσω να θυμώσεις τόσο, ώστε να μπορέσεις να διαβιβάσεις. Αλλωστε, φαίνεται πως έχω ταλέντο σ' αυτό».

«Δεν θα με κάνεις να θυμώσω ποτέ ξανά», άρχισε να λέει, αλλά σταμάτησε κι αφέθηκε να τον κοιτάει με μάτια διάπλατα ανοικτά. «Δεν είμαι θυμωμένη», είπε αργά.

«Τώρα όχι, αλλά όταν χρειαστεί...»

«Δεν είμαι θυμωμένη», ξανάπε κι άρχισε να γελάει. Χτυπούσε τα πόδια της, σαν να το απολάμβανε, και τις γροθιές της πάνω στο στήθος του, ξεκαρδισμένη στα γέλια. Το σαϊντάρ τη γέμιζε, όχι μόνο με ευχαρίστηση και ζωή αλλά και με δέος αυτή τη φορά. Του χάιδεψε τα μάγουλα με ανάλαφρες ροές Αέρα. «Δεν είμαι θυμωμένη, Λαν», του ψιθύρισε.

«Το φράγμα απομακρύνθηκε». Χαμογέλασε κι αυτός, μετέχοντας στη χαρά της, αλλά το χαμόγελό του δεν είχε ζεστασιά.

Θα σε φροντίσω, Λαν Μαντράγκοραν, του υποσχέθηκε σιωπηλά. Δεν θα σε αφήσω να πεθάνεις. Έγειρε στο στήθος του και σκέφτηκε να τον φιλήσει, ακόμα και να... Δεν είσαι η Κάλε Κόπλιν, σκέφτηκε έντονα.

Μια ξαφνική και τρομερή σκέψη ξεπήδησε στο μυαλό της, και το ότι δεν ξεπήδησε νωρίτερα την έκανε τρομερότερη. «Οι κωπηλάτες;» ρώτησε σιγανά. «Οι σωματοφύλακές μου;» Χωρίς να πει λέξη, ο Λαν κούνησε το κεφάλι του κι η Νυνάβε αναστέναξε. Οι σωματοφύλακες. Μα το Φως, πιότερο χρειάζονταν αυτοί την προστασία της παρά το αντίθετο. Τέσσερις θάνατοι ακόμα στο ενεργητικό της Μογκέντιεν. Τέσσερις ανάμεσα σε χιλιάδες, αλλά αυτοί έκρυβαν κάτι προσωπικό, όσον αφορούσε στην ίδια τουλάχιστον. Τέλος πάντων, αυτήν τη στιγμή δεν είχε τη δυνατότητα να ασχοληθεί με τη Μογκέντιεν.

Σηκώθηκε κι αναρωτήθηκε τι θα έκανε με τα ρούχα της. «Λαν, μπορείς να πεις στους κωπηλάτες να στρίψουν; Πες τους να λάμνουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα». Όπως είχαν τα πράγματα, δεν θα έβλεπε ξανά το παλάτι πριν πέσει η νύχτα.