Выбрать главу

«Για δες μήπως κάποιος από δαύτους έχει καμιά χτένα». Δεν ήθελε να παρουσιαστεί μπροστά στη Νέστα σ' αυτό το χάλι.

Ο άντρας πήρε το πανωφόρι και το ξίφος του κι υποκλίθηκε. «Όπως προστάζετε, Άες Σεντάι».

Σουφρώνοντας τα χείλη της, η Νυνάβε είδε την πόρτα να κλείνει πίσω του. Μήπως γελούσε εις βάρος της; Θα έβαζε στοίχημα ότι όλο και κάποιος θα βρισκόταν πάνω στον Ανεμοδρομέα που θα μπορούσε να τελέσει έναν γάμο. Κι από αυτά που είχε δει αναφορικά με τους Θαλασσινούς, θα στοιχημάτιζε πως ο Λαν Μαντράγκοραν θα υποσχόταν να κάνει όσα του έλεγαν. Και τότε θα έβλεπε ποιος θα γελούσε τελευταίος.

Η βάρκα κλυδωνίστηκε κι άρχισε να στρίβει. Μαζί της, κλυδωνίστηκε και το στομάχι της Νυνάβε.

«Μα το Φως!» γόγγυσε και βυθίστηκε ξανά στον πάγκο. Γιατί να μην εξαφανιζόταν κι αυτή η αίσθηση μαζί με τον φραγμό της; Κρατούσε ακόμα το σαϊντάρ, νιώθοντας το κάθε άγγιγμα του αέρα πάνω στο δέρμα της, αλλά αυτό έκανε τα πράγματα χειρότερα. Αν το άφηνε, δεν θα βοηθούσε σε τίποτα. Δεν επρόκειτο να αρρωστήσει ξανά. Ο Λαν θα γινόταν δικός της μια για πάντα, κι η ημέρα εκείνη θα ήταν υπέροχη. Αρκεί να έπαυε να αισθάνεται την επερχόμενη καταιγίδα.

Ο ήλιος δέσποζε εκτυφλωτικός πάνω από τις στέγες, όταν η Ηλαίην χτύπησε δυνατά την πόρτα με τις αρθρώσεις των δαχτύλων της. Οι γλεντοκόποι χόρευαν και χοροπηδούσαν στον δρόμο πίσω της, γεμίζοντας τον αέρα με γέλια, τραγούδια κι ευωδιές. Ευχήθηκε βαριεστημένα να είχε κι η ίδια την ευκαιρία να ξεφαντώσει στο πανηγύρι. Μια μεταμφίεση όμοια με αυτήν της Μπιργκίτε θα είχε πολλή πλάκα. Ή κάποια σαν κι αυτή που είχε δει να φοράει το πρωί η Αρχόντισσα Ρισέλ, μια από τις ακόλουθες της Τάυλιν. Αρκεί να φορούσε τη μάσκα της. Χτύπησε ξανά, πιο έντονα αυτήν τη φορά.

Η γκριζομάλλα υπηρέτρια με το τετράγωνο σαγόνι άνοιξε χαμήλωσε την πράσινη μάσκα. «Εσύ; Τι γυρεύεις εδώ...;» Η μανία μεταβλήθηκε σε μια απαίσια χλωμάδα καθώς η Μέριλιλ έβγαλε κι αυτή τη μάσκα της, όπως επίσης η Αντελέας κι οι υπόλοιπες. Με κάθε αγέραστο πρόσωπο που αποκαλυπτόταν, ακόμα και με αυτό της Σάριθα, η γυναίκα τιναζόταν από την έκπληξη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ίσως είδε όσα περίμενε.

Βγάζοντας μια ξαφνική κραυγή, η υπηρέτρια προσπάθησε να κλείσει την πόρτα, αλλά η Μπιργκίτε πέρασε μπροστά από την Ηλαίην και χρησιμοποιώντας τον φτερωτό της ώμο την ξανάνοιξε. Η υπηρέτρια τρίκλισε, οπισθοχώρησε λίγα βήματα και πάσχισε να αυτοκυριαρχηθεί, αλλά, πριν προλάβει να τρέξει ή να φωνάξει, η Μπιργκίτε είχε μπει μέσα πιάνοντάς την από το μπράτσο, ακριβώς κάτω από τον ώμο.

«Ήρεμα», της είπε με σταθερή φωνή. «Δεν θέλουμε φωνές και φασαρίες, έτσι;» Έτσι όπως κρατούσε το χέρι της γυναίκας, έμοιαζε σαν να τη στηρίζει, αν κι η άλλη στεκόταν ευθυτενής κι ακίνητη. Κοιτούσε με μάτια γουρλωμένα το πλουμιστό λοφίο στη μάσκα της Μπιργκίτε και κουνούσε αργά το κεφάλι της.

«Πώς σε λένε;» ρώτησε η Ηλαίην, καθώς κόσμος συνωστιζόταν στην είσοδο του διαδρόμου πίσω της. Οι φωνές απ' έξω έφθαναν στα αυτιά τους πνιχτές εξαιτίας της κλειστής πόρτας. Το βλέμμα της υπηρέτριας πεταγόταν από το ένα πρόσωπο στο άλλο, λες και δεν μπορούσε να κοιτάξει κάθε μία ξεχωριστά για πολλή ώρα.

«Τσε... Τσε... Τσέντορα»

«Θα μας οδηγήσεις στη Ρεάνε, Τσέντορα». Αυτή τη φορά, η γυναίκα ένευσε καταφατικά, έτοιμη να βάλει τα κλάματα.

Η Τσέντορα τις οδήγησε στο πάνω διάζωμα, με την Μπιργκίτε να την κρατάει ακόμα από το χέρι. Η Ηλαίην σκέφτηκε να της πει να την αφήσει, αλλά το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να ακουστεί ένα προειδοποιητικό ουρλιαχτό εκ μέρους της γυναίκας, που θα έκανε τους πάντες να τραπούν σε άτακτη φυγή προς όλες τις κατευθύνσεις. Να γιατί η Μπιργκίτε προτιμούσε να χρησιμοποιεί τους μυώνες της παρά να διαβιβάζει όπως η Ηλαίην. Πίστευε πως η Τσέντορα ήταν περισσότερο φοβισμένη παρά τραυματισμένη και πως όλοι επρόκειτο να νιώσουν έστω και λίγο τρόμο εκείνη την ημέρα.

«Ε... εδώ είναι», είπε η Τσέντορα, νεύοντας προς μια κόκκινη πόρτα. Ήταν η πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο όπου η ίδια με τη Νυνάβε είχαν εκείνη την ατυχή συζήτηση. Την άνοιξε και μπήκε μέσα.

Η Ρεάνε βρισκόταν εκεί, καθισμένη μπροστά από το τζάκι πάνω στο οποίο ήταν σκαλισμένα τα Δεκατρία Αμαρτήματα, παρέα με μια ντουζίνα άλλες γυναίκες, τις οποίες ουδέποτε είχε δει η Ηλαίην. Κάθονταν στις πολυθρόνες που ήταν ακουμπισμένες στους ωχρούς πράσινους τοίχους κι ήταν όλες ιδρωμένες, αφού τα παράθυρα ήταν ερμητικά κλειστά κι οι κουρτίνες τραβηγμένες. Οι πιο πολλές φορούσαν Εμπουνταρινά φορέματα, παρ’ όλο που μονάχα μία είχε αυτό το χαρακτηριστικό ελαιόχρωμο δέρμα· οι περισσότερες είχαν ρυτίδες στο πρόσωπο και μια υποψία γκριζάδας στα μαλλιά τους. Όλες τους, μέχρι και την τελευταία, μπορούσαν να διαβιβάσουν σε κάποιον βαθμό. Εφτά φορούσαν την κόκκινη ζώνη, κι η Ηλαίην αναστέναξε άθελά της. Όταν η Νυνάβε είχε δίκιο σε κάτι, σου το υπενθύμιζε σε σημείο εκνευρισμού.