Η Ρεάνε σηκώθηκε απότομα, και το πρόσωπό της αναψοκοκκίνισε από μανία, όπως ακριβώς και της Τσέντορα, τα δε πρώτα της λόγια ήταν σχεδόν παρόμοια: «Εσύ! Πώς τολμάς να παρουσιάζεσαι...;» Τόσο τα λόγια της, όσο κι η μανία, εξανεμίστηκαν για τον ίδιο λόγο, όταν φάνηκε η Μέριλιλ κι οι υπόλοιπες που ακολουθούσαν την Ηλαίην. Μια ξανθή γυναίκα με κόκκινη ζώνη κι ανοιχτό ντεκολτέ άφησε έναν αδιόρατο ήχο, καθώς τα μάτια της γύρισαν προς τα επάνω και γλίστρησε άτονα από την κόκκινη πολυθρόνα της. Ούτε μία δεν κουνήθηκε για να τη βοηθήσει. Ούτε μία δεν κοίταξε προς το μέρος της Μπιργκίτε, η οποία οδηγούσε την Τσέντορα σε μια γωνιά και την έστηνε εκεί. Ούτε μία δεν ανάσαινε. Η Ηλαίην ένιωσε την παρόρμηση να φωνάξει «μπου», απλά για να δει τι θα γινόταν.
Η Ρεάνε ταλαντεύτηκε. Το πρόσωπό της χλώμιασε κι ήταν φανερό πως προσπαθούσε να ξαναβρεί την ψυχραιμία της, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία όμως. Της πήρε μονάχα μια στιγμή να κοιτάξει διερευνητικά τις πέντε ψυχρές Άες Σεντάι, που είχαν παραταχθεί μπροστά από την πόρτα, και να αποφασίσει ποια ήταν η επικεφαλής. Ταλαντεύτηκε πάνω στις πλάκες του δαπέδου και κίνησε προς το μέρος της Μέριλιλ. Έπεσε στα γόνατα κι έσκυψε το κεφάλι της. «Συγχώρεσέ μας, Άες Σεντάι». Ο τόνος της φωνής της ήταν σεβάσμιος και κάπως πιο σταθερός απ' ό,τι είχαν αποδειχτεί τα γόνατά της. Ουσιαστικά, φλυαρούσε. «Δεν είμαστε παρά μερικές φίλες. Δεν κάναμε τίποτα κακό, τίποτα που θα δυσφήμιζε τις Άες Σεντάι. Σας το ορκίζομαι, ανεξάρτητα από το τι σάς έχει πει αυτό το κορίτσι. Θα σας είχαμε μιλήσει γι' αυτήν, αλλά φοβόμασταν. Συγκεντρωνόμαστε απλώς για να συζητήσουμε. Έχει μια φίλη, Άες Σεντάι. Τη συλλάβατε; Μπορώ να σας την περιγράψω. Θα κάνουμε ό,τι επιθυμείτε, σας το ορκίζομαι, θα...»
Η Μέριλιλ καθάρισε ηχηρά τον λαιμό της. «Ονομάζεσαι Ρεάνε Κόρλυ, απ’ όσο γνωρίζω, έτσι;» Η Ρεάνε μόρφασε και ψιθύρισε πως έτσι ήταν, εξακολουθώντας να κοιτάζει το δάπεδο στα πόδια της Γκρίζας αδελφής. «Φοβάμαι πως θα πρέπει να απευθυνθείς στην Ηλαίην Σεντάι, Ρεάνε».
Το κεφάλι της Ρεάνε τινάχτηκε, κι αυτό ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητικό. Κάρφωσε το βλέμμα της στη Μέριλιλ κι έπειτα, αργά και σταδιακά, έστρεψε τα μεγάλα σαν το πρόσωπό της μάτια προς το μέρος της Ηλαίην κι έγλειψε τα χείλη της παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Γυρνώντας πάνω στα γόνατά της, για να αντικρίσει την Ηλαίην, υποκλίθηκε για άλλη μια φορά. «Σε εκλιπαρώ να με συγχωρέσεις, Άες Σεντάι», είπε μονότονα. «Δεν το ήξερα. Δεν...» Άλλη μια βαθιά κι ανέλπιδη ανάσα. «Όποια τιμωρία κι αν επιβάλετε, την αποδεχόμαστε ταπεινά, αλλά, σας ικετεύω, πρέπει να πιστέψετε πως...»
«Έλα, σήκω», την έκοψε ανυπόμονα η Ηλαίην. Μπορεί να ήθελε να αναγκάσει αυτήν τη γυναίκα να την αποδεχτεί ως Άες Σεντάι, όπως το είχε κατορθώσει με τη Μέριλιλ και τις υπόλοιπες, μα αυτή η ταπεινωτική συμπεριφορά την αρρώσταινε. «Εντάξει, σήκω όρθια». Περίμενε μέχρι να υπακούσει η γυναίκα κι έπειτα πήγε και κάθισε στην καρέκλα της Ρεάνε. Δεν υπήρχε λόγος να απαιτήσει δουλοπρέπεια, αλλά δεν ήθελε να αφήσει την παραμικρή αμφιβολία όσον αφορούσε στο ποια ήταν η επικεφαλής. «Εξακολουθείς να αρνείσαι ότι γνωρίζεις πού βρίσκεται το Κύπελλο των Ανέμων, Ρεάνε;»
Η Ρεάνε τέντωσε τα χέρια της. «Άες Σεντάι», είπε χωρίς το παραμικρό ίχνος δόλου, «καμιά μας δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ ένα τερ'ανγκριάλ, πόσω μάλλον ένα ανγκριάλ ή ένα σα'ανγκριάλ». Άδολη κι επιφυλακτική, σαν αλεπού στην πόλη. «Σε διαβεβαιώνω πως ουδέποτε ισχυριστήκαμε ότι ήμασταν κάτι που να μοιάζει έστω με τις Άες Σεντάι. Είμαστε αυτές εδώ οι φίλες που βλέπεις όλες κι όλες, και το μόνο που μας ενώνει είναι ότι κάποτε μας επετράπη να εισέλθουμε στον Λευκό Πύργο. Αυτό είναι όλο».
«Απλώς μερικές φίλες», είπε η Ηλαίην ξερά, με τα δάχτυλά της να σχηματίζουν μια πυραμίδα. «Όπως κι η Γκαρένια, η Μπέρογουιν, η Ντέρις κι η Άλις, έτσι;»
«Μάλιστα», απάντησε απρόθυμα η Ρεάνε. «Κι αυτές φίλες είναι».
Η Ηλαίην κούνησε αργά-αργά το κεφάλι της. «Ρεάνε, ο Λευκός Πύργος γνωρίζει τα πάντα για το Σόι. Ανέκαθεν γνώριζε». Μια σκουρόχρωμη γυναίκα με όψη Δακρυνής -μολονότι φορούσε ένα γαλανόλευκο γιλέκο με τη σφραγίδα της συντεχνίας των χρυσοχόων- άφησε μια πνιχτή κραυγή και πίεσε τα δύο πλαδαρά της χέρια πάνω στο στόμα της. Μια λιπόσαρκη γυναίκα από τη Σαλδαία, με γκρίζους κροτάφους, που φορούσε την κόκκινη ζώνη, κατέρρευσε με έναν αναστεναγμό, κάνοντας παρέα στην ξανθιά που κειτόταν στο πάτωμα, ενώ δύο ακόμα ταλαντεύτηκαν, εξίσου έτοιμες να σωριαστούν.