Выбрать главу

Από τη μεριά της, η Ρεάνε κοίταξε τις αδελφές που είχαν στηθεί μπροστά στην πόρτα, για να επιβεβαιώσει τα λόγια της Ηλαίην, πράγμα που έγινε. Το πρόσωπο της Μέριλιλ ήταν πιότερο ψυχρό παρά γαλήνιο, κι η Σάριθα μόρφαζε δίχως να μπορεί να σταματήσει. Η Βαντέν με την Κάρεαν είχαν τα χείλη σφιγμένα, όπως κι η Αντελέας, η οποία έστρεφε από δω κι από κει το κεφάλι της, μελετώντας τις γυναίκες κατά μήκος του τοίχου, λες κι ήταν έντομα που αντίκριζε για πρώτη φορά. Βέβαια, αυτό που έβλεπε η Ρεάνε κι αυτό που υπήρχε δεν είχαν μεγάλη σχέση. Όλες τους είχαν αποδεχτεί την απόφαση της Ηλαίην, αλλά όσα «Μάλιστα, Ηλαίην...» και να έλεγαν, δεν θα τις έκαναν να τους αρέσει. Θα είχαν φτάσει εκεί δύο ώρες πριν, αν δεν έλεγαν συνέχεια «Μα, Ηλαίην..». Καμιά φορά, το να ηγείσαι σήμαινε ότι είσαι ο αρχηγός του κοπαδιού.

Η Ρεάνε δεν λιποθύμησε, αλλά ο φόβος ήταν έκδηλος στο πρόσωπό της, κι εκείνη ανασήκωσε τα χέρια της παρακλητικά. «Σκοπεύεις να καταστρέψεις το Σόι; Γιατί τώρα, έπειτα από τόσον καιρό; Τι κάναμε και θέλεις να μας εξαλείψεις;»

«Κανείς δεν θα σας καταστρέψει», της απάντησε η Ηλαίην. «Κάρεαν, εφ' όσον καμία άλλη δεν προτίθεται να βοηθήσει εκείνες τις δύο, θα μπορούσες να το αναλάβεις εσύ, σε παρακαλώ;» Οι υπόλοιπες γυναίκες στο δωμάτιο ξαφνιάστηκαν κι αναψοκοκκίνισαν. Πριν ακόμα προλάβει να κινηθεί η Κάρεαν, δύο από αυτές έσκυψαν πάνω από τις λιπόθυμες, τις ανασήκωσαν κι άρχισαν να κουνούν πέρα δώθε αρωματικά άλατα κάτω από τις μύτες τους. «Η Έδρα της Άμερλιν επιθυμεί κάθε γυναίκα που διαθέτει την ικανότητα της διαβίβασης να συνδέεται με τον Πύργο», συνέχισε η Ηλαίην. «Η πρόταση είναι ανοικτή για όποια από το Σόι θελήσει να αποδεχτεί κάτι τέτοιο».

Ακόμα κι αν είχε υφάνει ροές Αέρα γύρω από την καθεμία ξεχωριστά, αμφέβαλλε αν θα έμοιαζαν περισσότερο παγωμένες απ' ό,τι εκείνη τη στιγμή. Ακόμα κι αν πίεζε όσο πιο πολύ μπορούσε αυτές τις ροές, θα δυσκολευόταν να τις κάνει να γουρλώσουν τα μάτια τους περισσότερο. Μια από τις γυναίκες που είχαν λιποθυμήσει άφησε ένα αγκομαχητό κι έβηξε, σπρώχνοντας μακριά το φιαλίδιο με τα αρωματικά άλατα, που είχε παραμείνει πάρα πολλή ώρα κάτω από τη μύτη της. Ξαφνικά, όλες φάνηκαν να ξυπνούν από λήθαργο κι ακολούθησε ένας ορυμαγδός φωνών.

«Τελικά, μπορούμε να γίνουμε κι εμείς Άες Σεντάι;» ρώτησε γεμάτη ενθουσιασμό η Δακρυνή με το γιλέκο του χρυσοχόου, την ίδια στιγμή που μια γυναίκα με στρουμπουλό πρόσωπο και με μια κόκκινη ζώνη τουλάχιστον διπλάσια σε μήκος από τις άλλες, άρχισε να φωνάζει: «Θα μας επιτρέψουν να μαθητεύσουμε; Θα μας διδάξουν ξανά;» Ένας καταιγισμός από φωνές γεμάτες λαχτάρα ακολούθησε. «Πράγματι, μπορούμε να...;» κι «Όντως θα μας το επιτρέψουν...;» Η οχλαγωγία γέμισε τον χώρο.

Η Ρεάνε, όμως, τους επιτέθηκε με μανία. «Ιβάρα, Σουμέκο, κι εσείς οι υπόλοιπες, μην παρασύρεστε! Μιλάτε παρουσία των Άες Σεντάι! Μιλάτε-παρουσία-των-Άες-Σεντάι!» Πέρασε το τρεμάμενο χέρι της πάνω από το πρόσωπό της. Ακολούθησε μια αμήχανη σιωπή. Τα βλέμματα χαμήλωσαν και το αναψοκοκκίνισμα εντάθηκε. Όλα αυτά τα παραταγμένα πρόσωπα με τα γκριζόασπρα μαλλιά θύμιζαν στην Ηλαίην μια ομάδα μαθητευομένων που τις έπιασε η Κυρά των Μαθητευομένων να παίζουν μαξιλαροπόλεμο, ενώ έχει ήδη σημάνει Εσπερινός.

Η Ρεάνε την κοίταξε διστακτικά πάνω από τα ακροδάχτυλά της. «Όντως θα μας επιτραπεί να επιστρέψουμε στον Πύργο;» μουρμούρισε σαν να μιλούσε στο χέρι της.

Η Ηλαίην ένευσε καταφατικά. «Όσες έχουν τη δυνατότητα να μάθουν πώς να γίνουν Άες Σεντάι θα έχουν την ευκαιρία, αλλά θα υπάρχει θέση για όλες. Για κάθε γυναίκα με την ικανότητα της διαβίβασης».

Η Ρεάνε βούρκωσε. Η Ηλαίην δεν ήταν σίγουρη, αλλά φαντάστηκε πως την άκουσε να ψιθυρίζει: «Θα γίνω Πράσινη». Με δυσκολία συγκρατήθηκε, ώστε να μην τρέξει κοντά της για να την αγκαλιάσει.

Καμία από τις υπόλοιπες Άες Σεντάι δεν είχε χώρο για συναισθηματισμούς, και πάνω απ' όλες η Μέριλιλ. «Μπορώ να απευθύνω στη Ρεάνε μια ερώτηση, Ηλαίην; Ρεάνε, πόσες... από εσάς θα επιστρέψουν;» Αναμφίβολα, η παύση υπήρξε για να μην πει «πόσες αδέσποτες κι αποτυχημένες».

Αν η Ρεάνε πρόσεξε ή υποπτεύτηκε κάτι, φάνηκε να το αγνοεί ή να αδιαφορεί τελείως. «Δεν πιστεύω πως θα υπήρχε άνθρωπος που θα αρνούνταν αυτή την πρόσκληση», είχε, σχεδόν χωρίς να πάρει ανάσα. «Ίσως πάρει λίγο χρόνο μέχρι να ειδοποιηθούν όλες. Βλέπεις, είμαστε διασκορπισμένες, για να...» Γέλασε κάπως νευρικά, ενώ τα δάκρυα δεν ήθελαν και πολύ για να ξεχυθούν από τα μάτια της. «...για να μη μας πάρουν χαμπάρι οι Άες Σεντάι. Προς το παρόν, υπάρχουν χίλια εφτακόσια ογδόντα τρία ονόματα στον κατάλογο».