Выбрать главу

Έκλεισε γρήγορα το στόμα του, αλλά την επόμενη στιγμή το ξανάνοιξε, για να πει: «Ε, τότε, ας νοικιάσουμε μια βάρκα κι ας πάμε να πάρουμε αυτό το καταραμένο Κύπελλο. Με λίγη τύχη, ίσως φύγουμε από το Έμπου Νταρ απόψε κιόλας».

«Αυτό είναι γελοίο, Ματ, χωρίς να θέλω να σε προσβάλω. Δεν πρόκειται να σερνόμαστε σε όλο το Ράχαντ μέσα στη νύχτα, και δεν πρόκειται να φύγουμε από το Έμπου Νταρ μέχρι να χρησιμοποιήσουμε το Κύπελλο».

Ο Ματ προσπάθησε να φέρει αντιρρήσεις, αλλά η Ντέρις επωφελήθηκε της στιγμής που η προσοχή του ήταν στραμμένη αλλού κι έκανε να τον κλωτσήσει ξανά. Ο άντρας κρύφτηκε πίσω από την Μπιργκίτε, ουρλιάζοντας να τον βοηθήσουν, ενώ η λεπτοκαμωμένη γυναίκα ορμούσε εναντίον του.

«Αυτός είναι ο Πρόμαχός σου, Ηλαίην Σεντάι;» ρώτησε γεμάτη αμφιβολία η Ρεάνε.

«Όχι, βέβαια! Η Μπιργκίτε είναι η Πρόμαχός μου». Η Ρεάνε έμεινε με το στόμα ανοικτό. Αφού είχε απαντήσει στην ερώτησή της, η Ηλαίην θεώρησε καλό να ρωτήσει κι αυτή κάτι, για το οποίο δεν θα ρωτούσε καμία άλλη αδελφή. «Αν δεν σε πειράζει να μου πεις, Ρεάνε, πόσων ετών είσαι;»

Η γυναίκα δίστασε, ρίχνοντας ματιές στον Ματ, ο οποίος προσπαθούσε να κρατήσει την Μπιργκίτε, που χαμογελούσε ανάμεσα σ' αυτόν και στην Ντέρις. «Στην επόμενη ονομαστική μου εορτή», απάντησε η Ρεάνε, λες κι ήταν το πιο συνηθισμένο πράγμα στον κόσμο, «θα γίνω τετρακοσίων δώδεκα».

Η Μέριλιλ δεν άντεξε και λιποθύμησε.

32

Σφραγισμένα στη Φλόγα

Η Ελάιντα ντο Αβρινύ α'Ρόιχαν καθόταν βασιλοπρεπώς στην Έδρα της Άμερλιν, στο ψηλό κάθισμα με τις σκαλιστές περικοκλάδες, που τώρα ήταν βαμμένο με έξι μόνο χρώματα αντί των παραδοσιακών εφτά. Με ένα εξάριγο επιτραχήλιο να καλύπτει τους ώμους της, περιέφερε το βλέμμα της στην κυκλική Αίθουσα του Πύργου. Τα χρωματιστά καθίσματα των Καθήμενων είχαν τοποθετηθεί κατά μήκος μιας εξέδρας με σκαλοπάτια στην πρόσθια όψη της, η οποία κύκλωνε την αίθουσα κάτω από έναν μεγάλο θόλο· ήταν παραταγμένα σε διαστήματα που επέτρεπαν την παρουσία μόνο έξι Άτζα αντί εφτά. Οι δεκαοχτώ Καθήμενες περίμεναν υπομονετικά. Ο νεαρός αλ'Θόρ γονάτισε ήσυχα δίπλα στην Έδρα της Άμερλιν. Δεν θα μιλούσε, παρά μόνο όταν του το επέτρεπαν, κάτι που όμως δεν θα γινόταν σήμερα. Σήμερα, ήταν απλώς ένα ακόμη σύμβολο της δύναμής της, κι οι δώδεκα πιο ευνοούμενες Καθήμενες έλαμπαν κάτω από τον λύχνο που ήλεγχε η ίδια, για να τον έχει ασφαλή.

«Η μεγαλύτερη συναίνεση έχει επιτευχθεί, Μητέρα», είπε μειλίχια η Αλβιάριν πάνω από τον ώμο της, κάνοντας μια ταπεινή υπόκλιση στην κορυφή της ράβδου όπου έλαμπε η Φλόγα.

Στο δάπεδο, κάτω από την εξέδρα, η Σέριαμ ούρλιαξε άγρια και χρειάστηκε να τη συγκρατήσει η Φρουρά του Πύργου. Η Κόκκινη αδελφή που τη θωράκιζε σάρκασε περιφρονητικά. Η Ρομάντα κι η Λελαίν παρουσίαζαν μια ψυχρή, επιφανειακή αξιοπρέπεια, αλλά οι περισσότερες από τις υπόλοιπες που ήταν θωρακισμένες και φρουρούμενες στο πάτωμα μυξόκλαιγαν, ίσως από ανακούφιση που μόνο τέσσερις γυναίκες αντιμετώπισαν την τελική ποινή, ίσως από φόβο για το τι έμελλε γενέσθαι. Η πιο ωχρή έκφραση στιγμάτιζε τα πρόσωπα των τριών που είχαν τολμήσει να καθίσουν σε μια Αίθουσα επαναστατριών εκ μέρους του —διαλυμένου πια— Γαλάζιου Άτζα. Κάθε στασιάστρια είχε εκδιωχθεί από το Άτζα της, μέχρι που η Ελάιντα έδωσε την άδεια να εξεταστεί η επανένταξή τους, αλλά οι αδελφές του πάλαι ποτέ Γαλάζιου ήξεραν πως τις περίμεναν δύσκολοι καιροί μέχρι να τους αποδιδόταν έλεος, ολόκληρα χρόνια που θα τους απαγορευόταν η είσοδος σε οποιοδήποτε άλλο Άτζα. Μέχρι τότε, τις είχε όλες στο χέρι.

Σηκώθηκε, κι η Μία Δύναμη που έρεε διαμέσου της από τον κύκλο έμοιαζε με επίδειξη της δύναμής της. «Η Αίθουσα συναινεί με τη θέληση της Έδρας της Άμερλιν. Η Ρομάντα θα είναι η πρώτη που θα μαστιγωθεί». Η Ρομάντα τίναξε το κεφάλι της. Θα της έδειχνε τώρα πόση αξιοπρέπεια μπορούσε να διατηρήσει ακόμα μέχρι το σιγάνεμά της. Η Ελάιντα έκανε ένα κοφτό νεύμα. «Πάρτε μακριά τις κρατούμενες και φέρτε μου την πρώτη από τις αξιολύπητες και παραπλανημένες αδελφές που τις ακολούθησαν. Θα αποδεχτώ την υποταγή τους».

Μια κραυγή ακούστηκε ανάμεσα στις κρατούμενες, και μία από αυτές ελευθερώθηκε από τον Φρουρό που της κρατούσε το μπράτσο. Η Εγκουέν αλ'Βέρ έπεσε μπροστά στα σκαλοπάτια, στα πόδια της Ελάιντα, με τα χέρια τεντωμένα και τα δάκρυα να κυλούν ποτάμι στα μάγουλά της.

«Συγχώρεσέ με, Μητέρα!» κλαψούρισε η κοπέλα. «Μεταμελούμαι! Υποτάσσομαι. Υποτάσσομαι! Σε παρακαλώ, μη με σιγανέψεις!» Καταρρακωμένη, έγειρε με το πρόσωπο στο πάτωμα και τους ώμους να τρέμουν από τα αναφιλητά. «Σε παρακαλώ, Μητέρα! Μεταμελούμαι! Μεταμελούμαι!»