Выбрать главу

«Η Έδρα της Άμερλιν θα δείξει έλεος», είπε η Ελάιντα θριαμβευτικά. Μπορεί ο Λευκός Πύργος να έχανε τη Λελαίν, τη Ρομάντα και τη Σέριαμ παραδειγματικά, αλλά η Ελάιντα μπορούσε να κρατήσει τη δύναμη αυτού του κοριτσιού. Αυτή η ίδια ήταν ο Λευκός Πύργος. «Εγκουέν αλ'Βέρ, στασίασες εναντίον της Άμερλιν, αλλά θα δείξω έλεος. Θα ντυθείς ξανά στα λευκά της μαθητευόμενης, μέχρις ότου κρίνω πως είσαι έτοιμη να προαχθείς, αλλά σήμερα θα είσαι η πρώτη που θα πάρει έναν Τέταρτο Όρκο στη Ράβδο των Όρκων, τον όρκο της πίστης και της υπακοής απέναντι στην Έδρα της Άμερλιν».

Οι αιχμάλωτες έπεσαν στα γόνατα, ικετεύοντας να τους επιτραπεί να πάρουν εκείνο τον όρκο, προκειμένου να αποδείξουν την αληθινή τους υποταγή. Η Λελαίν ήταν από τις πρώτες, όπως κι η Ρομάντα κι η Σέριαμ. Η Εγκουέν σύρθηκε στα σκαλοπάτια για να φιλήσει το στρίφωμα στο φόρεμα της Ελάιντα.

«Αφήνομαι στο έλεός σου, Μητέρα», μουρμούρισε μέσα από τα δάκρυά της. «Σε ευχαριστώ. Ω, σε ευχαριστώ πολύ!»

Η Αλβιάριν άρπαξε τον ώμο της Ελάιντα, ταρακουνώντας την. «Ξύπνα, ανόητη γυναίκα!» γρύλισε.

Τα μάτια της Ελάιντα άνοιξαν διάπλατα στο αμυδρό φως του φανού που κρατούσε η Αλβιάριν, η οποία έσκυβε πάνω από το κρεβάτι της με το ένα χέρι στον ώμο της. Μισοξύπνια ακόμα, μουρμούρισε: «Τι είπες;»

«Είπα, "Ξύπνα, σε παρακαλώ, Μητέρα"», απάντησε ψυχρά η Αλβιάριν. «Η Κοβάρλα Μπαλντέν επέστρεψε από την Καιρχίν».

Η Ελάιντα κούνησε το κεφάλι της, προσπαθώντας να διώξει τα τελευταία ξέφτια του ονείρου. «Τόσο σύντομα; Δεν τις περίμενα πριν περάσει τουλάχιστον μια βδομάδα ακόμα. Η Κοβάρλα, είπες; Κι η Γκαλίνα;» Ανόητες ερωτήσεις. Η Αλβιάριν δεν είχε ιδέα τι εννοούσε η γυναίκα.

Ωστόσο, με αυτόν τον παγερό κρυστάλλινο τόνο στη φωνή της, απάντησε: «Πιστεύει πως η Γκαλίνα είναι νεκρή ή αιχμάλωτη. Φοβάμαι πως τα νέα... δεν είναι και τόσο ευχάριστα».

Το τι έπρεπε ή δεν έπρεπε να ξέρει η Αλβιάριν ήταν κάτι που δεν απασχολούσε αυτήν τη στιγμή την Ελάιντα. «Πες μου», της είπε, πετώντας από πάνω της τα μεταξωτά σεντόνια. Όταν, όμως, σηκώθηκε και φόρεσε μια μεταξωτή ρόμπα πάνω από το νυχτικό της, άκουσε κάτι αμυδρά κι αποσπασματικά. Μια μάχη. Ολόκληρες ορδές από Αελίτισσες που διαβίβαζαν. Ο αλ'Θόρ είχε εξαφανιστεί. Καταστροφή. Σαστισμένη, παρατήρησε πως η Αλβιάριν ήταν θαυμάσια ντυμένη, με ένα λευκό φόρεμα κεντημένο με ασήμι και με το επώμιο της Τηρήτριας γύρω από τον λαιμό της. Προφανώς, η γυναίκα περίμενε πρώτα να ντυθεί κι έπειτα να της ανακοινώσει τα νέα!

Το εντοιχισμένο ρολόι στο σπουδαστήριο σήμανε αρμονικά τον Δεύτερο Ψαλμό καθώς η Ελάιντα έμπαινε στο καθιστικό. Οι μικρές ώρες του πρωινού. Η χειρότερη ώρα να πληροφορείσαι φρικτά νέα. Η Κοβάρλα σηκώθηκε βιαστικά από την πολυθρόνα με τα κόκκινα μαξιλαράκια, με το αδιάλλακτο πρόσωπό της βαθουλωμένο από την ανησυχία και την εξάντληση, και γονυπέτησε για να φιλήσει το δαχτυλίδι της Ελάιντα. Το σκούρο φόρεμα ιππασίας με το οποίο ήταν ντυμένη είχε ακόμα επάνω του τη σκόνη του ταξιδιού, και τα ωχρά της μαλλιά χρειάζονταν χτένισμα. Πάντως, φορούσε το επώμιο, το οποίο δεν αποχωριζόταν όσο η Ελάιντα ήταν ζωντανή.

Η Ελάιντα αποτράβηξε το χέρι της αμέσως μόλις τα χείλη της γυναίκας άγγιξαν το Μέγα Ερπετό. «Γιατί γύρισες;» τη ρώτησε κοφτά. Αρπάζοντας το πλεκτό της από το σημείο που το είχε αφήσει, σε μια καρέκλα, κάθισε κι άρχισε να κινεί τις μακρόστενες βελόνες από φίλντισι. Το πλέξιμο εξυπηρετούσε τον ίδιο σκοπό με το να θωπεύει τις σκαλιστές φιλντισένιες μινιατούρες της, κι αυτή τη στιγμή χρειαζόταν οπωσδήποτε κάτι να την ηρεμήσει. Επίσης, τη βοηθούσε να σκεφτεί. Έπρεπε να σκεφτεί. «Πού είναι η Κατερίνε;» Αν η Γκαλίνα ήταν νεκρή, η Κατερίνε θα είχε αναλάβει την αρχηγία, μπροστά από την Κόιρεν. Η Ελάιντα τούς είχε ξεκαθαρίσει πως, από τη στιγμή που θα συλλάμβαναν τον αλ'Θόρ, το Κόκκινο Άτζα θα έπαιρνε τα ηνία.

Η Κοβάρλα σηκώθηκε αργά-αργά, σαν να μην ήταν σίγουρη ότι έπρεπε. Τα χέρια της σφίχτηκαν στο επώμιο με τα κόκκινα κρόσσια που ήταν ριγμένο στα μπράτσα της. «Η Κατερίνε ανήκει στις αγνοούμενες, Μητέρα. Είμαι η υψηλότερα ιστάμενη ανάμεσα σε...» Δεν αποτελείωσε την πρότασή της όταν παρατήρησε τον τρόπο με τον οποίο την κοιτούσε η Ελάιντα, με τα δάχτυλα της να έχουν μαρμαρώσει ενώ ήταν έτοιμη να περάσει το μάλλινο νήμα στη βελόνα. Η Κοβάρλα ξεροκατάπιε και μετακινήθηκε αμήχανα.

«Πόσες, κόρη;» ρώτησε τελικά η Ελάιντα. Αδυνατούσε να πιστέψει πως η φωνή της ήταν τόσο σταθερή.

«Δεν έχω υπ' όψιν μου πόσες δραπέτευσαν, Μητέρα», αποκρίθηκε η Κοβάρλα διστακτικά. «Δεν μπορούσαμε να περιμένουμε για εμπεριστατωμένη έρευνα και...»