Выбрать главу

Ο Πέριν παράτησε απρόθυμα τις σκέψεις σχετικά με τη Φάιλε. Με τον καιρό, θα έλυνε το γρίφο. Έπρεπε να βρει τον κατάλληλο τρόπο. «Έτσι έχουν μάθει, Άραμ».

Ο Άραμ έκανε μια γκριμάτσα, λες κι επρόκειτο να φτύσει. «Όπως κι αν έχει, δεν είναι σωστό. Υποθέτω ότι τους κρατάει υπό έλεγχο -κανείς δεν μπορεί να πάει μακριά ή να δημιουργήσει πρόβλημα- αλλά δεν είναι σωστό».

Παντού τριγύρω υπήρχαν Αελίτες, φυσικά. Άντρες ψηλοί κι ακατάδεκτοι, στα γκρίζα, στα καφετιά και στα πράσινα, έχοντας ως κοινό χρώμα μονάχα την πορφυρή κορδέλα που ήταν περασμένη γύρω από το κεφάλι τους, με τον ασπρόμαυρο δίσκο στο μέτωπο. Αυτοαποκαλούνταν σισβαϊ'αμάν. Κάποιες φορές, η λέξη αυτή ερέθιζε τη μνήμη του, λες και του ήταν γνωστή. Αν ρωτούσες έναν Αελίτη, θα σε κοίταζε σαν να έλεγες σαχλαμάρες. Ωστόσο, κι αυτοί αγνοούσαν τις υφασμάτινες λωρίδες. Καμιά Κόρη της Λόγχης δεν φορούσε τον πορφυρό κεφαλόδεσμο. Ασχέτως του αν τα μαλλιά της είχαν ασπρίσει ή αν δεν θεωρείτο και τόσο μεγάλη ώστε να αφήσει τη μητέρα της, καμία Κόρη δεν έχανε την ευκαιρία να ανταλλάξει προκλητικά βλέμματα με έναν σισβαϊ'αμάν, βλέμματα αυταρέσκειας περισσότερο, ενώ οι άντρες ανταπέδιδαν με ματιές ψυχρές, με έντονη την οσμή της πείνας, σαν να ζήλευαν τη μυρωδιά τους, κάτι που ο Πέριν αδυνατούσε να κατανοήσει. Ό,τι κι αν συνέβαινε, δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο και μάλλον δεν θα οδηγούσε σε φασαρίες. Στο εσωτερικό των αμαξών υπήρχαν, επίσης, και μερικές Σοφές, με τις ογκώδεις φούστες τους και τα λευκά πουκάμισα, φορώντας τις μαύρες εσάρπες παρά τη ζέστη, ενώ τα απαστράπτοντα βραχιόλια και τα περιδέραια από χρυσάφι και φίλντισι συμπλήρωναν το απέριττο ντύσιμό τους. Κάποιες έμοιαζαν να διασκεδάζουν την κατάσταση μεταξύ των Κορών και των σισβαϊ'αμάν, ενώ άλλες είχαν εξοργισθεί. Όλοι τους όμως -οι Σοφές, οι Κόρες κι οι σισβαϊ'αμάν- αγνοούσαν τους Σάιντο κατά τον ίδιο τρόπο που ο Πέριν δεν θα έδινε σημασία σε ένα σκαμνί ή σε ένα κουρέλι.

Οι Αελίτες είχαν συλλάβει περίπου διακόσιους Σάιντο αιχμαλώτους την προηγούμενη μέρα, άντρες και Κόρες -όχι πολλούς συγκριτικά με τον πραγματικό τους αριθμό- οι οποίοι κυκλοφορούσαν ελεύθερα. Από μια άποψη, ο Πέριν θα ένιωθε πιο άνετα αν υπήρχε κάποιου είδους επιτήρηση κι αν ήταν ντυμένοι. Έφερναν νερό κι έτρεχαν να εκτελέσουν διάφορα θελήματα γυμνοί, όπως είχαν βγει από την κοιλιά της μάνας τους. Απέναντι στους υπόλοιπους Αελίτες ήταν πειθήνιοι σαν ποντικάκια. Αν κάποιος άλλος έκανε το λάθος να τους κοιτάξει περίεργα, τον αντιμετώπιζαν με ένα βλέμμα ιδιαίτερα προκλητικό κι αγενές. Ο Πέριν δεν ήταν ο μόνος που προσπαθούσε να μην τους προσέχει κι ο Άραμ δεν ήταν ο μοναδικός που γκρίνιαζε. Υπήρχαν και κάμποσοι άλλοι από τους άντρες των Δύο Ποταμών που είχαν ακριβώς την ίδια συμπεριφορά. Αρκετοί, επίσης, από τους Καιρχινούς κόντευαν να πάθουν αποπληξία όποτε έβλεπαν έναν Σάιντο. Οι Μαγιενοί κουνούσαν τα κεφάλια τους, λες κι επρόκειτο για αστείο, και γλυκοκοίταζαν τις γυναίκες. Δεν είχαν το παραμικρό ίχνος αιδούς.

«Μου το εξήγησε ο Γκαούλ, Άραμ. Ξέρεις τι είναι ο γκαϊ'σάιν, έτσι; Σχετικά με το τζι'ε'τόχ και την υποχρέωση να υπηρετείς επί έναν χρόνο και μία μέρα;» Ο άλλος ένευσε, πράγμα θετικό μια κι ο ίδιος ο Πέριν δεν γνώριζε και πολλά. Οι εξηγήσεις του Γκαούλ σχετικά με τους Αελίτες τον άφηναν πάντα λιγάκι μπερδεμένο. Ο Γκαούλ πίστευε ανέκαθεν πως μιλούσε για πράγματα αυτονόητα. «Λοιπόν, ένας γκαϊ'σάιν δεν επιτρέπεται να φοράει την ενδυμασία ενός αλγκάι'ντ'σισβάι —το οποίο σημαίνει "μαχητής της λόγχης"», πρόσθεσε, παρατηρώντας το ερωτηματικό βλέμμα του Άραμ. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως είχε καρφώσει το βλέμμα του σε μια Σάιντο που βάδιζε προς την κατεύθυνσή του, μια ψηλή, νεαρή γυναίκα, χρυσομαλλούσα και χαριτωμένη, παρά τη λεπτή, μακριά χαρακιά που είχε στο μάγουλο της και τα διάφορα σημάδια σε άλλα σημεία του κορμιού της. Ήταν αρκετά όμορφη και... γυμνή. Ο Πέριν καθάρισε τον λαιμό του κι αποτράβηξε τη ματιά του. Αισθάνθηκε να αναψοκοκκινίζει. «Εν πάση περιπτώσει, να γιατί είναι... αυτό που είναι. Οι γκαϊ'σάιν φορούν λευκούς χιτώνες, αλλά εδώ δεν έχουν να φορέσουν τίποτα. Έτσι έχουν συνηθίσει». Να πάρει η ευχή τον Γκαούλ και τις εξηγήσεις τον, σκέφτηκε. Με κάτι θα μπορούσαν να κρύψουν τη γύμνια τους!

«Πέριν Χρυσομάτη», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. «Η Καράχουιν με στέλνει να σε ρωτήσω αν θέλεις νερό». Το πρόσωπο του Άραμ κοκκίνισε κι, έτσι όπως ήταν καθισμένος οκλαδόν, στράφηκε από την άλλη, γυρίζοντάς της την πλάτη.

«Όχι, ευχαριστώ». Ο Πέριν δεν χρειάστηκε να κοιτάξει ψηλότερα για να καταλάβει πως ήταν η ξανθομαλλούσα Σάιντο. Εξακολούθησε να κοιτάζει προς άλλη κατεύθυνση, στο πουθενά. Οι Αελίτες είχαν περίεργη αίσθηση του χιούμορ κι οι Κόρες της Λόγχης -η Καράχουιν ήταν μία τέτοια Κόρη- ακόμα πιο περίεργη. Είχαν διακρίνει πολύ γρήγορα πώς αντέδρασαν απέναντι στους Σάιντο οι υδρόβιοι· μονάχα οι τυφλοί δεν θα το έβλεπαν αμέσως. Ξαφνικά, οι γκαϊ'σάιν στάλθηκαν στα αριστερά και τα δεξιά των υδροβίων κι οι Αελίτες άρχισαν να κυλιούνται στο έδαφος κάτω από τα ντροπιαστικά βλέμματα, τα τραυλίσματα και τα ουρλιαχτά. Ήταν σίγουρος πως η Καράχουιν κι οι φίλοι της τους παρακολουθούσαν τώρα. Τουλάχιστον άλλες δέκα φορές είχε σταλθεί κάποια γυναίκα γκαϊ'σάιν για να τον ρωτήσει αν θέλει νερό ή αν είχε περισσευούμενη καμιά ακονόπετρα ή κάτι εξίσου ηλίθιο.