Выбрать главу

«Πόσες;» φώναξε η Ελάιντα. Ριγώντας, ανάγκασε τον εαυτό της να αφοσιωθεί στο πλεκτό της· δεν έπρεπε να έχει βάλει τις φωνές· η καταφυγή στην οργή ήταν εκδήλωση αδυναμίας. Κάνε μια θηλιά στο νήμα και πέρνα τη βελόνα. Κατευναστικές κινήσεις.

«Ε... έφερα έντεκα ακόμα αδελφές μαζί μου, Μητέρα». Η γυναίκα έκανε μια παύση κι ανάσανε βαθιά. Έπειτα, όταν η Ελάιντα δεν έκανε κανένα σχόλιο, συνέχισε: «Μπορεί να καταφέρουν να γυρίσουν κι άλλες, Μητέρα. Ο Γκάγουιν αρνήθηκε να περιμένει κι άλλο, και δεν τολμήσαμε να παραμείνουμε πίσω χωρίς αυτόν και τα Παλικαράκια του, με τόσες Αελίτισσες τριγύρω...»

Η Ελάιντα δεν άκουγε. Δώδεκα επέστρεψαν. Αν διέφυγαν περισσότερες, θα κατέφευγαν στην Ταρ Βάλον και θα βρίσκονταν ήδη εδώ, όπως η Κοβάρλα. Ακόμα κι αν τραυματίζονταν μια δυο, ταξιδεύοντας με αργό ρυθμό... αλλά δώδεκα! Ο Πύργος δεν είχε υποστεί καταστροφή τέτοιου μεγέθους ούτε κατά τους Πολέμους των Τρόλοκ.

«Αυτές οι Αελίτισσες αδέσποτες πρέπει να πάρουν ένα καλό μάθημα», είπε η Ελάιντα, μη δίνοντας σημασία στη φλυαρία της Κοβάρλα. Η Γκαλίνα νόμιζε πως μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια Αελίτισσα για να εκτρέψει μια άλλη. Τι ανόητη που ήταν αυτή η γυναίκα! «Θα ελευθερώσουμε τις αδελφές που κρατούν αιχμάλωτες και θα τους δείξουμε τι σημαίνει να προκαλούν τις Άες Σεντάι! Επιπλέον, θα πάρουμε πίσω τον αλ'Θόρ». Δεν επρόκειτο σε καμιά περίπτωση να τον αφήσει να φύγει, ακόμα κι αν χρειαζόταν να ηγηθεί η ίδια τού Λευκού Πύργου! Η Πρόβλεψη ήταν αναμφίβολη. Θα θριάμβευε!

Ρίχνοντας μια ανήσυχη ματιά προς το μέρος της Αλβιάριν, η Κοβάρλα μετακινήθηκε ξανά με αμηχανία. «Μητέρα, αυτοί οι άντρες... Νομίζω πως...»

«Πάψε να νομίζεις!» την έκοψε απότομα η Ελάιντα. Τα χέρια της άρπαξαν αντανακλαστικά τις βελόνες του πλεξίματος κι έγειρε προς το μέρος της τόσο απότομα, ώστε η Κοβάρλα ύψωσε το χέρι της σαν να επρόκειτο να αμυνθεί. Η παρουσία της Αλβιάριν είχε φύγει από το μυαλό της Ελάιντα. Σίγουρα η γυναίκα ήξερε κάποια πράγματα, αλλά αυτό θα το ρύθμιζε αργότερα. «Έχεις τηρήσει τη δέουσα μυστικότητα, Κοβάρλα; Πλην, δηλαδή, του να πληροφορήσεις την Τηρήτρια».

«Μα φυσικά, Μητέρα», απάντησε βεβιασμένα η Κοβάρλα. Κούνησε το κεφάλι της με ζέση, χαρούμενη που είχε κάνει κάτι σωστά. «Μπήκα μόνη μου στην πόλη και κράτησα κρυμμένο το πρόσωπό μου μέχρι να βρω την Αλβιάριν. Ο Γκάγουιν ήθελε να με συνοδεύσει, αλλά οι φρουροί της γέφυρας αρνήθηκαν να επιτρέψουν σε ένα μέλος των Τέκνων του Φωτός να περάσει».

«Ξέχνα τον Γκάγουιν Τράκαντ», την πρόσταξε ξινά η Ελάιντα. Φαίνεται ότι ο μόνος σκοπός ύπαρξης αυτού του νεαρού ήταν να της δημιουργεί προβλήματα. Αν αποδεικνυόταν πως η Γκαλίνα ζούσε ακόμα, θα πλήρωνε ακριβά την αποτυχία της, κυρίως επειδή είχε αφήσει τον αλ'Θόρ να δραπετεύσει. «Θα φύγεις από την πόλη τόσο προσεκτικά όσο μπήκες, κόρη μου, και θα κρυφτείς μαζί με τις άλλες σε κάποιο από τα χωριά πέρα από τις πόλεις των γεφυρών μέχρις ότου να σε ειδοποιήσω. Το Ντόρλαν είναι το καταλληλότερο». Θα αναγκάζονταν να κοιμούνται σε σιταποθήκες σ' αυτό το μικροσκοπικό χωριουδάκι, που δεν διέθετε πανδοχείο· αν μη τι άλλο, έτσι θα πλήρωναν την τσαπατσουλιά τους. «Φύγε τώρα. Κι ευχήσου να καταφθάσει σύντομα κάποια ανώτερή σου. Η Αίθουσα απαιτεί αποζημίωση για αυτήν την πρωτάκουστη καταστροφή και, προς το παρόν, φαίνεται πως εσύ είσαι η πιο υψηλά ιστάμενη απ' όσες φταίνε. Φύγε!»

Η Κοβάρλα χλώμιασε. Τρίκλιζε τόσο πολύ όταν προσπάθησε να υποκλιθεί, ώστε η Ελάιντα πίστεψε πως έτοιμη ήταν να σωριαστεί κάτω. Ανίκανες! Περιτριγυριζόταν από ηλίθιες, προδότριες κι ανίκανες!

Μόλις η Ελάιντα άκουσε την εξωτερική πόρτα να κλείνει, πέταξε μακριά το πλεκτό και σηκώθηκε όρθια, κατευθυνόμενη προς την Αλβιάριν. «Γιατί δεν τα πληροφορήθηκα προηγουμένως όλα αυτά; Αν ο αλ'Θόρ δραπέτευσε πριν από -πόσο είπες; Εφτά μέρες;- αν δραπέτευσε εφτά μέρες πριν, πιθανότατα οι κατάσκοποι κάποιου θα τον είχαν δει. Για ποιον λόγο δεν ενημερώθηκα;»

«Μητέρα, μπορώ να σου διαβιβάζω μόνο όσα μού διαβιβάζουν αντιστοίχως τα Άτζα». Η Αλβιάριν τακτοποίησε ήρεμα το επώμιό της, χωρίς να δείχνει διόλου ταραγμένη. «Όντως, έχεις υπ' όψιν σου να διακινδυνεύσεις μια τρίτη αποτυχία, αποπειρώμενη να διασώσεις τις κρατούμενες;»

Η Ελάιντα ρουθούνισε αποπεμπτικά. «Πιστεύεις πραγματικά πως οι αδέσποτες μπορούν να σταθούν απέναντι στις Άες Σεντάι; Η Γκαλίνα μάλλον αιφνιδιάστηκε». Το βλέμμα της έγινε βλοσυρό. «Τι εννοείς "μια τρίτη αποτυχία;"»

«Δεν άκουσες, Μητέρα». Χωρίς να το περιμένει η Ελάιντα, η Αλβιάριν κάθισε δίχως να πάρει άδεια, σταυρώνοντας τα γόνατά της και σιάζοντας ήρεμα τη φούστα της. «Η Κοβάρλα πίστευε ότι θα άντεχαν απέναντι στις αδέσποτες -αν και δεν νομίζω πως ήταν τόσο σίγουρη όσο προσποιούνταν — αλλά οι άντρες ήταν ένα άλλο ζήτημα. Κάμποσες εκατοντάδες από αυτους με μαύρους μανδύες, όλοι ικανοί να διαβιβάσουν. Ήταν πολύ σίγουρη γι' αυτό, όπως κι οι υπόλοιπες προφανώς. Τους αποκαλούσε "ζωντανά όπλα". Πιστεύω πως την έφαγαν οι αναμνήσεις».