Αν μπορούσε να δει το χαμόγελο που χαράχτηκε στα χείλη της Ελάιντα, τα γόνατά της θα έτρεμαν. Πολύ σύντομα, η Αλβιάριν θα ζήλευε την Γκαλίνα, είτε ως ζωντανή είτε ως νεκρή.
Κάνοντας μια στάση στον διάδρομο, έξω από το δωμάτιο της Ελάιντα, η Αλβιάριν κοίταξε εξεταστικά τα χέρια της στο φως των φανών. Δεν έτρεμαν, γεγονός που της έκανε εντύπωση. Περίμενε περισσότερη μαχητικότητα κι αντίσταση από τη γυναίκα. Αυτή, όμως, ήταν μόνο η αρχή, και δεν είχε να φοβάται τίποτα. Εκτός αν η Ελάιντα μάθαινε πως τουλάχιστον πέντε Άτζα τής είχαν αναφέρει τα σχετικά με τον αλ'Θόρ τις προηγούμενες μέρες· η εκθρόνιση της Κολαβήρ είχε ως αποτέλεσμα να σπεύσουν όσοι πράκτορες των Άτζα βρίσκονταν στην Καιρχίν, για να στείλουν τα μαντάτα. Όχι, ακόμα κι αν το μάθαινε η Ελάιντα, η ίδια δεν διέτρεχε κίνδυνο, γιατί τώρα την είχε στο χέρι. Επιπλέον, προστατευόταν από τη Μεσάνα. Πάντως, είτε το καταλάβαινε είτε όχι, η Ελάιντα ήταν τελειωμένη. Ακόμα κι αν οι Άσα'μαν δεν κατόρθωναν να συντρίψουν την αποστολή της Τοβέιν -μολονότι ήταν σίγουρη πως θα τα κατάφερναν, ύστερα απ' όσα τής είχε πει η Μεσάνα για τα συμβάντα στα Πηγάδια του Ντουμάι- όλοι οι κατάσκοποι στο Κάεμλυν σίγουρα θα αναπτερώνονταν από τη στιγμή που θα το μάθαιναν. Με εξαίρεση κάποιο θαύμα, όπως το να εμφανιστούν οι επαναστάτες στις πύλες, η Ελάιντα θα είχε την τύχη της Σιουάν Σάντσε μέσα σε λίγες βδομάδες. Όπως και να είχε, η αρχή είχε γίνει, κι αν επιθυμούσε όντως να μάθει για ποια «αρχή» επρόκειτο, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να υπακούει. Και να παρακολουθεί. Και να μαθαίνει. Ίσως να φορούσε η ίδια στο τέλος το επτάριγο επιτραχήλιο.
Νωρίς το πρωί, με το ηλιόφως να περνάει μέσα από τα παράθυρα, η Σέαν βούτηξε την πένα στο μελάνι, αλλά πριν προλάβει να γράψει έστω και μια λέξη, η πόρτα άνοιξε απότομα κι η Άμερλιν μπήκε μέσα φουριόζα. Τα πυκνά μαύρα φρύδια της Σέαν ανασηκώθηκαν απορημένα. Θα περίμενε να την επισκεφθεί οποιοσδήποτε, ακόμα κι ο ίδιος ο Ραντ αλ'Θόρ, αλλά όχι η Ελάιντα. Ωστόσο, άφησε κάτω την πένα και σηκώθηκε με απαλές κινήσεις, τραβώντας κάτω τα ασημόλευκα μανίκια της, τα οποία είχε σηκώσει προηγουμένως για να μη λερωθούν με μελάνι. Υποκλίθηκε με την ανάλογη επισημότητα μιας Καθήμενης που δέχεται στα διαμερίσματά της την Έδρα της Άμερλιν αυτοπροσώπως.
«Ελπίζω πως δεν έχεις εντοπίσει τίποτα Λευκές αδελφές να κρύβουν ανγκριάλ, Μητέρα». Ύστερα από τόσα χρόνια, υπήρχε ακόμα μια Λαγκαρντινή χροιά στη φωνή της. Πάντως, το ήλπιζε σχεδόν απεγνωσμένα. Η επίσκεψη της Ελάιντα στο Πράσινο Άτζα λίγες ώρες πριν, ενώ οι περισσότερες αδελφές κοιμούνταν, ίσως ακόμη προκαλούσε ολοφυρμούς και τρίξιμο δοντιών. Δεν θυμόταν ποτέ στο παρελθόν να μαστιγώθηκε κάποια αδελφή επειδή είχε κρύψει ένα ανγκριάλ. Τώρα, δύο αδελφές επρόκειτο να υποστούν αυτήν την τιμωρία. Η Άμερλιν μάλλον διήνυε μία από τις διαβόητες κρίσεις της, που είχαν ως αποτέλεσμα ανεξέλεγκτη οργή.
Τώρα, ωστόσο, δεν φαινόταν κανένα σημάδι αυτής της κρίσης. Για μια στιγμή κοίταξε τη Σέαν σιωπηλά, ψυχρή σαν χειμωνιάτικη λιμνούλα μέσα στα μεταξωτά ρούχα με τις κόκκινες σχισμές, κι ύστερα προχώρησε σχεδόν αιωρούμενη προς τη σκαλιστή σκευοθήκη, όπου υπήρχαν φιλντισένιες μινιατούρες της οικογένειας της Σέαν. Όλοι τους ήταν νεκροί πια από χρόνια, αλλά η Σέαν εξακολουθούσε να τους αγαπά.
«Δεν παρευρέθηκες στην αναγόρευσή μου σε Άμερλιν», είπε η Ελάιντα, παίρνοντας στα χέρια της την εικόνα του πατέρα της Σέαν. Την άφησε βιαστικά κάτω και πήρε την εικόνα της μάνας της.
Τα φρύδια της Σέαν ανασηκώθηκαν ξανά, παρ' όλο που η ίδια πάσχιζε να μην φαίνεται ξαφνιασμένη περισσότερο από μία φορά τη μέρα. «Δεν ενημερώθηκα σχετικά με τη συνεδρίαση της Αίθουσας παρά μόνο αρκετά αργότερα, Μητέρα».
«Μάλιστα, μάλιστα». Η Ελάιντα εγκατέλειψε τις εικόνες και κατευθύνθηκε στο τζάκι. Η Σέαν ανέκαθεν έτρεφε στοργή για τις γάτες, και το πρέκι του τζακιού ήταν γεμάτο με σκαλιστές ξύλινες γάτες κάθε είδους, κάποιες εκ των οποίων σε αρκετά διασκεδαστικές στάσεις. Η Άμερλιν συνοφρυώθηκε κοιτώντας αυτή την επίδειξη, έκλεισε σφιχτά τα μάτια της και κούνησε ελαφρά το κεφάλι της. «Παρέμεινες, ωστόσο», είπε γυρνώντας απότομα προς το μέρος της άλλης γυναίκας. «Όποια Καθήμενη δεν το πληροφορήθηκε, έφυγε από τον Πύργο κι ενώθηκε με τις επαναστάτριες. Εκτός από σένα. Γιατί;»