Выбрать главу

Χρειάστηκε να ζητήσει οδηγίες. «Δεν θα την ενοχλήσω, αν είναι απασχολημένη», είπε. «Ήμασταν στενές φίλες κάποτε κι επιθυμώ να ξαναγίνουμε. Τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τα Άτζα δεν πρέπει να διασπαστούν». Ήταν αλήθεια, παρ' όλο που τα Άτζα έμοιαζαν πιότερο να απομακρύνονται το ένα από το άλλο παρά να διασπώνται. Ωστόσο, η Ντομανή την άκουγε με πρόσωπο εντελώς ανέκφραστο. Δεν υπήρχαν πολλές Κόκκινες Ντομανές, κι όσες υπήρχαν ήταν συνήθως πιο άθλιες κι από φίδια πιασμένα στην παγίδα.

«Θα σε οδηγήσω, Καθήμενη», είπε τελικά η γυναίκα, χωρίς τον ανάλογο σεβασμό. Την οδήγησε κι έμεινε να παρατηρεί τη Σέαν που χτυπούσε την πόρτα, σαν να μην την εμπιστευόταν μόνη της εδώ. Στην επένδυση της πόρτας υπήρχε σκαλισμένη η Φλόγα, λουστραρισμένη στο χρώμα του φρέσκου αίματος.

«Περάστε!» απάντησε μια ζωηρή φωνή από το εσωτερικό. Η Σέαν άνοιξε την πόρτα, ελπίζοντας να είχε δίκιο.

«Σέαν!» αναφώνησε χαρούμενα η Πεβάρα. «Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει εδώ πρωί-πρωί; Έλα, κάθισε και κλείσε την πόρτα!» Έμοιαζε λες κι όλα αυτά τα χρόνια, από τότε που οι δυο τους ήταν μαθητευόμενη κι Αποδεχθείσα αντίστοιχα, να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Μάλλον στρουμπουλή κι όχι ιδιαίτερα ψηλή -στην πραγματικότητα αρκετά κοντή για Καντορινή — αλλά σχετικά χαριτωμένη, η Πεβάρα είχε ένα εύθυμο σπίθισμα στα μάτια κι ένα μόνιμα χαραγμένο χαμόγελο. Λεγόταν πως είχε επιλέξει το Κόκκινο Άτζα, επειδή, πέραν των υπόλοιπων κινήτρων της, εξακολουθούσαν να της αρέσουν οι άντρες. Το Κόκκινο Άτζα είλκυε γυναίκες που ήταν εκ φύσεως καχύποπτες ως προς τους άντρες, αλλά μερικές το διάλεγαν επειδή ο εντοπισμός αντρών με την ικανότητα της διαβίβασης ήταν ένα σημαντικό καθήκον. Δεν είχε σημασία αν τους άρεσαν οι άντρες ή όχι, ούτε αν εξ αρχής τούς ήταν αδιάφοροι. Το θέμα ήταν πως καμιά γυναίκα δεν μπορούσε να ανήκει για αρκετό καιρό στο Κόκκινο Άτζα χωρίς να αποκτήσει κάποια μνησικακία απέναντι τους. Η Σέαν είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει πως η Πεβάρα είχε τιμωρηθεί λίγο καιρό μετά την απόκτηση του επωμίου, εξαιτίας τού ότι έλεγε πως θα ήθελε πολύ να έχει έναν Πρόμαχο· αφού είχε ήδη προωθηθεί στα υψηλότερα κλιμάκια της Αίθουσας, δεν είχε διστάσει να υποστηρίξει πως οι Πρόμαχοι θα έκαναν ευκολότερη τη δουλειά του Κόκκινου Άτζα.

«Δεν φαντάζεσαι πόσο χαρούμενη είμαι που σε βλέπω», είπε η Πεβάρα μόλις βολεύτηκαν σε πολυθρόνες σκαλιστές με τα σπειράματα που ήταν τόσο δημοφιλή στο Κάντορ πριν από εκατό χρόνια, κρατώντας ανά χείρας τα ζωγραφισμένα με πεταλούδες λεπτεπίλεπτα φλιτζάνια που περιείχαν τσάι από βατόμουρο. «Συχνά σκεφτόμουν πώς θα έπρεπε να σε προσεγγίσω, αλλά ομολογώ ότι φοβόμουν για την αντίδρασή σου, επειδή σε απέρριψα τόσα χρόνια πριν. Σου ορκίζομαι στο ξίφος, Σέαν, δεν θα το έκανα, αν δεν με πίεζε η Τέσιεν Τζόρχαλντ. Επιπλέον, καθότι καινούργια τότε στο επώμιο, δεν είχα αρκετό θάρρος. Θα με συγχωρήσεις;»

«Φυσικά», αποκρίθηκε η Σέαν. «Σε καταλαβαίνω». Το Κόκκινο Άτζα αποθάρρυνε φιλίες εκτός του κύκλου του. Οι τρόποι που χρησιμοποιούσε ήταν σταθεροί κι αποτελεσματικοί. «Όσο είμαστε νέες, είναι αδύνατον να πάμε κόντρα στα Άτζα μας. Αργότερα δε, είναι πια πολύ αργά για να κάνουμε πίσω. Θυμάμαι τις δυο μας τόσες και τόσες φορές να συζητούμε ψιθυριστά μετά τον Εσπερινό. Άσε εκείνες τις φάρσες! Θυμάσαι τότε που ρίξαμε στην πουκαμίσα της Σεράντσα φαγουρόσκονη; Όμως, και ντρέπομαι που το ομολογώ, πολλές φορές ένιωθα παράλυτη από τον φόβο. Θέλω πολύ να ξαναγίνουμε φίλες, αλλά χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Είσαι η μόνη που μπορώ να εμπιστευθώ».

«Η Σεράντσα ήταν πουριτανή τότε κι είναι ακόμα», είπε η Πεβάρα γελώντας. «Νομίζω πως το Γκρίζο τής ταιριάζει. Πάντως, μου φαίνεται απίστευτο ότι φοβόσουν κάτι. Ποτέ δεν αποφάσισες αν είναι λογικό να φοβόμαστε πριν πέσουμε στα κρεβάτια μας. Ως ένα είδος υπόσχεσης απέναντι στην Αίθουσα και χωρίς να γνωρίζω κάτι σχετικά, θα κάνω ό,τι μπορώ για να σε βοηθήσω, Σέαν. Τι ακριβώς θέλεις;»

Τώρα που είχαν φθάσει στο προκείμενο, η Σέαν δίστασε κάπως κι ήπιε μια γουλιά τσάι. Όχι ότι αμφέβαλλε για την Πεβάρα, αλλά ήταν κάπως... δύσκολο να ξεστομίσει όσα ήθελε να πει. «Με επισκέφθηκε η Άμερλιν σήμερα το πρωί», είπε τελικά. «Με πρόσταξε να κάνω μια έρευνα, Σφραγισμένη στη Φλόγα». Η Πεβάρα συνοφρυώθηκε ελαφρά, αλλά δεν ανέφερε πως σε αυτήν την περίπτωση η Σέαν δεν έπρεπε να μιλήσει καν. Ως κοριτσόπουλα, μπορεί η Σέαν να οργάνωνε τις φάρσες τους, αλλά η Πεβάρα είχε το θράσος να επινοεί τις περισσότερες και να παρακινεί την Σέαν στο να τις κάνουν πράξη. «Ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτική, αλλά ύστερα από λίγη σκέψη κατάλαβα ακριβώς τι ήθελε από μένα. Μου ανέθεσε να καταδιώξω...» το κουράγιο φάνηκε να την αφήνει κι η γλώσσα της βάρυνε, «...τους Σκοτεινόφιλους του Πύργου».