Выбрать главу

Έφαγε χωρίς ιδιαίτερη όρεξη και προσπάθησε να διαβάσει, αλλά τα αγαπημένα του βιβλία τον απορροφούσαν για λίγες σελίδες μόνο, κι αυτές στην αρχή. Τουλάχιστον μια φορά τη μέρα, παρ' όλο που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να μην το κάνει, μετακινούσε την ογκώδη ντουλάπα από λουστραρισμένο μαύρο ξύλο και φίλντισι στην κρεβατοκάμαρά του, την έκανε να αιωρείται πάνω σε ροές Αέρα, και ξεμπέρδευε με προσοχή τις παγίδες που είχε στήσει καθώς και τη Μάσκα των Κατόπτρων που έκανε τον τοίχο να μοιάζει λείος, και τα ανέστρεφε έτσι ώστε να είναι ορατά μόνο στα δικά του μάτια. Εκεί, σε μια βαθουλωτή εσοχή που είχε σκαλιστεί με τη βοήθεια της Δύναμης, στέκονταν δύο μικρά αγαλματίδια από λευκή πέτρα γύρω στο ένα πόδι ύψος, μια γυναίκα κι ένας άντρας που φορούσαν χυτούς μανδύες και κρατούσαν στο ένα χέρι μια διάφανη κρυστάλλινη σφαίρα πάνω από το κεφάλι τους. Τη νύχτα που είχε κινητοποιήσει τον στρατό προς το Ίλιαν, είχε πάει μονάχος στο Ρουίντιαν για να φέρει εκείνα τα τερ'ανγκριάλ. Αν όντως τα χρειαζόταν, δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του, έτσι είχε πει στον εαυτό του. Το χέρι του απλωνόταν προς το μέρος του γενειοφόρου άντρα, του μόνου από τα δύο αγαλματίδια που μπορούσε να χρησιμοποιήσει, και θα σταματούσε τρέμοντας. Με το άγγιγμα ενός δαχτύλου μπορούσε να αποκτήσει τόση ενέργεια από τη Μία Δύναμη, όση δεν είχε φανταστεί ποτέ. Με αυτήν, κανείς δεν θα μπορούσε να τον νικήσει, κανείς δεν θα τολμούσε να στραφεί εναντίον του. Με αυτήν, όπως είχε πει κάποτε η Λανφίαρ, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ακόμα και τον Δημιουργό.

«Είναι δική μου δικαιωματικά», μουρμούριζε κάθε φορά που το τρεμάμενο χέρι του κόντευε να αγγίξει τη φιγούρα. «Δική μου! Είμαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας!»

Και κάθε φορά ανάγκαζε τον εαυτό του να αποτραβηχτεί, υφαίνοντας ξανά τη Μάσκα των Κατόπτρων, υφαίνοντας ξανά τις αόρατες παγίδες που θα έκαναν κάρβουνο οποιονδήποτε προσπαθούσε να τις περάσει χωρίς το κλειδί. Η τεράστια ντουλάπα αιωρήθηκε κι επέστρεψε στη θέση της σαν να ήταν φτερό. Ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Ήταν, όμως, αυτό αρκετό; Κι όμως, έπρεπε να είναι.

«Είμαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας», έλεγε στους τοίχους, πότε ψιθυρίζοντας και πότε φωνάζοντας. Πότε σιωπηλά και πότε δυνατά, άφηνε την οργή του να εκδηλωθεί ενάντια σε όσους τού πήγαιναν κόντρα, ενάντια σε εκείνους τους τυφλούς ανόητους που δεν έβλεπαν ή που αρνούνταν να δουν, από φιλοδοξία, από φιλαργυρία ή από φόβο. Ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας, η μόνη ελπίδα του κόσμου απέναντι στον Σκοτεινό. Είθε το Φως να βοηθούσε τον κόσμο.

Ωστόσο, ήξερε καλά πως η οργή του, όπως κι οι σκέψεις να χρησιμοποιήσει το τερ'ανγκριάλ, δεν ήταν παρά προσπάθειες να ξεφύγει από άλλα πράγματα. Μοναχός του έτρωγε το φαγητό του, κάθε φορά και πιο λίγο, μοναχός του προσπαθούσε να διαβάσει κάτι, αν και σπανίως, ή πάσχιζε να κοιμηθεί λίγες ώρες. Αυτό το τελευταίο το προσπαθούσε όλο και συχνότερα όσο περνούσαν οι μέρες, χωρίς να δίνει σημασία αν ο ήλιος ήταν ψηλά στον ουρανό ή είχε βασιλέψει. Ο ύπνος ερχόταν κατά σποραδικά διαστήματα, κι, ό,τι κι αν ήταν αυτό που τον βασάνιζε όσο βρισκόταν σε εγρήγορση, στοίχειωνε και τα όνειρά του, καταδιώκοντάς τον και στον ξύπνιο ακόμα δίχως να τον αφήνει να ησυχάσει. Καμιά θωράκιση δεν μπορούσε να κρατήσει μακριά αυτό που ήδη υπήρχε μέσα του. Είχε να αντιμετωπίσει τους Αποδιωγμένους κι, αργά ή γρήγορα, τον ίδιο τον Σκοτεινό. Περιτριγυριζόταν από διάφορους ηλίθιους που του πήγαιναν κόντρα ή το έσκαγαν, όταν η μόνη τους ελπίδα ήταν να σταθούν πλάι του. Γιατί δεν τον άφηναν ήσυχο τα όνειρά του; Υπήρχε ένα όνειρο από το οποίο ξυπνούσε αλαφιασμένος προτού ακόμα αρχίσει, και κειτόταν εκεί, γεμάτος αποστροφή για τον εαυτό του, βασανισμένος από την έλλειψη ύπνου, αλλά υπήρχαν κι άλλα... Ό,τι κι αν ονειρευόταν, το άξιζε, αυτό το ήξερε καλά.