Η Κολαβήρ ερχόταν στον ύπνο του, με το πρόσωπο μαυρισμένο και το μαντίλι που είχε χρησιμοποιήσει για να κρεμαστεί θαμμένο ακόμα ανάμεσα στις πτυχές της πρησμένης σάρκας του λαιμού της. Η Κολαβήρ, σιωπηλή και γεμάτη κατηγόρια, έχοντας όλες τις Κόρες που πέθαναν γι' αυτόν παραταγμένες πίσω της σε σιωπηλές σειρές, ατενίζοντάς τον, όλες αυτές τις γυναίκες που πέθαναν εξαιτίας του. Γνώριζε το κάθε πρόσωπο τόσο καλά όσο και το δικό του, το κάθε όνομα εκτός από ένα. Τέτοια όνειρα τον έκαναν να ξυπνάει με αναφιλητά.
Εκατό φορές πέταξε τον Πέριν στη Μεγάλη Αίθουσα του Ήλιου κι εκατό φορές τον έπνιξε ο απύθμενος φόβος κι η οργή. Εκατό φορές σκότωσε τον Πέριν στον ύπνο του και ξύπνησε ουρλιάζοντας. Γιατί αυτός ο άνθρωπος είχε επιλέξει να χρησιμοποιήσει τις κρατούμενες Άες Σεντάι για τα επιχειρήματά του; Ο Ραντ προσπάθησε να μην τις σκέφτεται. Είχε κάνει εξ αρχής ό,τι καλύτερο μπορούσε για να αγνοήσει την ύπαρξή τους. Παραήταν επικίνδυνες, ώστε να μείνουν καιρό στην αιχμαλωσία, και δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι να τις έκανε. Τον τρόμαζαν. Μερικές φορές ονειρευόταν πως ήταν ξανά κλεισμένος στο κουτί κι ότι η Γκαλίνα, η Έριαν, η Κατερίνε κι οι υπόλοιπες τον έβγαζαν έξω για να τον χτυπήσουν. Το ονειρευόταν και ξυπνούσε μέσα σε λυγμούς, παρά το ότι είχε πείσει τον εαυτό του πως τα μάτια του ήταν ανοιχτά και πως δεν ονειρευόταν πια. Τον τρόμαζαν, επειδή τον τρομοκρατούσε η ιδέα πως μπορεί να έβγαζε από μέσα του τον φόβο και τον θυμό, κι ύστερα... Προσπάθησε να μη σκέφτεται τι θα έκανε μετά, αλλά μερικές φορές το ονειρευόταν και ξυπνούσε τρέμοντας, λουσμένος σε κρύο ιδρώτα. Δεν μπορούσε να το κάνει αυτό. Ασχέτως του τι είχε κάνει στο παρελθόν, αυτό τού ήταν αδύνατον.
Στα όνειρά του, συγκέντρωνε τους Άσα'μαν για να επιτεθούν στον Λευκό Πύργο και να τιμωρήσουν την Ελάιντα. Πηδούσε μέσα από μια πύλη, γεμάτος δίκαιη οργή και σαϊντίν, και μάθαινε πως το γράμμα της Αλβιάριν ήταν ψεύτικο. Την έβλεπε να κάθεται δίπλα στην Ελάιντα, όπως έβλεπε επίσης την Εγκουέν, τη Νυνάβε και την Ηλαίην, όλες με τις χαρακτηριστικές εκφράσεις των Άες Σεντάι, αφού θεωρείτο πολύ επικίνδυνος για να αφεθεί ελεύθερος. Παρακολουθούσε τους Άσα'μαν να αφανίζονται από γυναίκες που κουβαλούσαν χρόνια μελέτης της Μίας Δύναμης στις πλάτες, όχι απλώς λίγους μήνες σκληρής διδασκαλίας. Κι από αυτά τα όνειρα δεν ξυπνούσε παρά μόνο όταν κι ο τελευταίος μαυροντυμένος άντρας ήταν νεκρός, κι απέμενε μόνος απέναντι στην ισχύ των Άες Σεντάι. Μόνος.
Ξανά και ξανά, η Κάντσουεϊν μιλούσε για τρελούς που άκουγαν φωνές, μέχρι που ο Ραντ μόρφαζε από πόνο, σαν να τον μαστίγωναν, μόρφαζε στον ύπνο του όταν εμφανιζόταν εκείνη. Τόσο στα όνειρα, όσο και στον ξύπνιο του, καλούσε τον Λουζ Θέριν, του φώναζε, του ούρλιαζε, αλλά η σιωπή ήταν η μοναδική απάντηση. Μόνος. Αυτός ο μικρός σωρός από αισθήσεις και συναισθήματα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, η αίσθηση του αμυδρού αγγίγματος της Αλάνα, γίνονταν όλο και πιο ανακουφιστικά. Από πολλές απόψεις, αυτό τον τρομοκρατούσε πιο πολύ απ' όλα.
Το πρωί της τέταρτης μέρας σηκώθηκε αδύναμος από ένα όνειρο με τον Λευκό Πύργο, καλύπτοντας με το χέρι του τα τσιμπλιασμένα του μάτια και προσπαθώντας να αποφύγει αυτό που νόμισε ότι ήταν μια λαμπερή φλόγα από σαϊντάρ. Οι κόκκοι της σκόνης στραφτάλιζαν στο ηλιόφως που έμπαινε από το παράθυρο κι έφτανε μέχρι το κρεβάτι του, με τα μεγάλα τετράγωνα υποστηρίγματα από μαύρο ξύλο που ήταν διακοσμημένα με φιλντισένιες σφήνες. Κάθε έπιπλο του δωματίου ήταν από λουστραρισμένο μαύρο ξύλο και φίλντισι, απλό, άκαμπτο κι αρκετά βαρύ, για να ταιριάζει με τη διάθεσή του. Έμεινε ακίνητος για μια στιγμή, ξέροντας πως, αν τον έπαιρνε πάλι ο ύπνος, τα όνειρα θα επέστρεφαν.
Είσαι εκεί, Λουζ Θέριν; σκέφτηκε χωρίς να ελπίζει σε απάντηση. Σηκώθηκε κουρασμένα, τακτοποιώντας τον ζαρωμένο του μανδύα. Δεν είχε αλλάξει ρούχα από τότε που είχε απομονωθεί.
Όταν μπήκε τρικλίζοντας στον προθάλαμο, νόμισε αρχικά πως εξακολουθούσε να ονειρεύεται, βλέποντας μάλιστα το είδος του ονείρου από το οποίο ξυπνούσε αμέσως, γεμάτος ντροπή, ενοχές κι αηδία, αλλά η Μιν τον κοιτούσε καθισμένη σε ένα επιχρυσωμένο κάθισμα με ψηλή ράχη, έχοντας στα γόνατά της ένα δερματόδετο βιβλίο. Νόμιζε πως δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Σκουρόχρωμες μπούκλες πλαισίωναν το πρόσωπό της, και τα μεγάλα μαύρα μάτια της ήταν τόσο έντονα, που σχεδόν ένιωθε το άγγιγμά τους. Το παντελόνι από χρυσοποίκιλτο πράσινο μετάξι εφάρμοζε σαν δεύτερο δέρμα επάνω της, ενώ το πανωφόρι από ταιριαστό μετάξι κρεμόταν ανοικτό, μια μπλούζα κρεμ χρώματος που ανεβοκατέβαινε με τον ρυθμό της ανάσας της. Ο Ραντ ευχήθηκε να ξυπνούσε. Δεν ήταν ο φόβος, η οργή ή οι ενοχές απέναντι στην Κολαβήρ ή η εξαφάνιση του Λουζ Θέριν που τον οδήγησαν στην απομόνωση.