Ξαφνικά, μια σκέψη ξεπήδησε στο μυαλό του. Οι Μαγιενοί σπάνια ασχολούνταν με τέτοια πράγματα. Ήταν προφανές πως μια χούφτα Καιρχινών απολάμβαναν το θέαμα, αν κι όχι τόσο ξεδιάντροπα όσο οι Μαγιενοί, καθώς επίσης και μερικοί γηραιότεροι των Δύο Ποταμών, οι οποίοι, όμως, θα έπρεπε να το σκεφτούν καλύτερα. Το θέμα ήταν πως, απ' όσο ήξερε, κανείς τους δεν μετέφερε κάποιο δεύτερο κίβδηλο μήνυμα. Από την άλλη, αυτοί που αντέδρασαν πιο έντονα... οι Καιρχινοί που φωνασκούσαν δυνατότερα απ' όλους για την προσβολή της δημόσιας αιδούς, και δυο τρεις από τους νεότερους άντρες των Δύο Ποταμών που τραύλιζαν ντροπιασμένοι με τέτοια αγριάδα μοιάζοντας έτοιμοι να διαλυθούν, είχαν καταντήσει τόσο ενοχλητικοί ώστε αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν δια παντός τις άμαξες...
Καταβάλλοντας προσπάθεια, ο Πέριν έστρεψε τη ματιά του στο πρόσωπο της γκαϊ'σάιν. Στα μάτια της. Εστίασε στα μάτια της, σκέφτηκε ξέφρενα. Ήταν πράσινα, μεγάλα και καθόλου -μα καθόλου- πράα. Ανέδιδε μια μυρωδιά ατόφιας μανίας. «Ευχαρίστησε εκ μέρους μου την Καράχουιν και πες της πως, αν δεν την πειράζει, μπορεί να σου αναθέσει να λαδώσεις την εφεδρική μου σέλα. Επίσης, δεν έχω καθαρό πουκάμισο. Δεν νομίζω να την πείραζε αν έκανες και λίγη μπουγάδα».
«Μάλλον όχι», απάντησε η γυναίκα με σταθερή φωνή. Έπειτα γύρισε κι άρχισε να απομακρύνεται.
Ο Πέριν αποτράβηξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τη ματιά του, αν κι η εικόνα παρέμεινε καρφωμένη για κάμποση ώρα στο κεφάλι του. Μα το Φως, ο Άραμ είχε δίκιο! Με λίγη τύχη, όμως, θα μπορούσε να εμποδίσει περαιτέρω παρόμοιες επισκέψεις. Αρκεί να το υποδείκνυε στον Άραμ και στους άντρες των Δυο Ποταμών. Ίσως τον άκουγαν κι οι Καιρχινοί.
«Τι θα κάνουμε με αυτούς, Άρχοντα Πέριν;» Ο Άραμ, κοιτώντας ακόμα προς την αντίθετη κατεύθυνση, δεν τους αποκαλούσε πλέον γκαϊ'σάιν.
«Αυτό θα το αποφασίσει ο Ραντ», αποκρίθηκε αργά ο Πέριν, με την ικανοποίηση να χάνεται σταδιακά από τα χαρακτηριστικά του. Ήταν αλλόκοτο να θεωρεί μικρό πρόβλημα το να περιφέρονται οι άνθρωποι γυμνοί, αλλά αυτό εδώ ήταν σαφώς μεγαλύτερο και, μάλιστα, ένα πρόβλημα που απέφευγε το ίδιο επιμελώς όσο και το να μάθει τι υπήρχε στον Βορρά.
Στην αντικριστή μεριά του κύκλου που σχημάτιζαν οι άμαξες υπήρχαν περίπου δύο ντουζίνες γυναίκες που κάθονταν κατάχαμα. Όλες τους ήταν ντυμένες κατάλληλα για ταξίδι. Πολλές φορούσαν μετάξια, ενώ οι περισσότερες είχαν ελαφριούς μανδύες από λινό ύφασμα, κατάλληλους για να εμποδίζουν τη σκόνη. Στα πρόσωπά τους δεν κυλούσε ούτε μία σταγόνα ιδρώτα. Τρεις από αυτές ήταν αρκετά νεαρές για να τους ζητήσει να του χαρίσουν έναν χορό, προτού, φυσικά, παντρευτεί τη Φάιλε.
Γιατί να είναι Άες Σεντάι; σκέφτηκε ξινισμένα. Κάποτε είχε χορέψει με μια Άες Σεντάι και κόντεψε να καταπιεί τη γλώσσα του όταν συνειδητοποίησε ποια ήταν αυτή που κρατούσε στην αγκαλιά του. Επιπλέον, ήταν και φίλη, αν μια τέτοια λέξη αρμόζει σε μια Άες Σεντάι. Πόσο νέα πρέπει να είναι μια Άες Σεντάι για να καταλάβω την ηλικία της; Οι υπόλοιπες, φυσικά, ήταν ακαθόριστης ηλικίας. Ίσως κοντά στα είκοσι, ίσως κοντά στα σαράντα, δύσκολο να επιβεβαιωθεί. Αυτό, τουλάχιστον, μαρτυρούσαν τα πρόσωπά τους, αν και τα μαλλιά μερικών γκρίζαραν. Με τις Άες Σεντάι δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος. Για τίποτα.
«Αν μη τι άλλο, αυτές εδώ δεν αποτελούν κίνδυνο πλέον», είπε ο Άραμ, νεύοντας με το κεφάλι προς το μέρος τριών αδελφών που κάθονταν κάπως παράμερα από τις υπόλοιπες.
Μία από αυτές έκλαιγε, έχοντας το πρόσωπο χωμένο στα γόνατά της, ενώ οι άλλες δύο κοιτούσαν καταβεβλημένες στο πουθενά, με τη μία να τραβάει άσκοπα τη φούστα της. Από χτες ήταν έτσι. Τουλάχιστον, καμιά τους δεν ούρλιαζε πια. Αν ο Πέριν είχε καταλάβει σωστά, πράγμα για το οποίο δεν ήταν διόλου σίγουρος, τις είχαν σιγανέψει με κάποιον τρόπο όταν ο Ραντ ελευθερώθηκε. Δεν θα είχαν ποτέ πια την ικανότητα να διαβιβάσουν τη Μία Δύναμη. Για μια Άες Σεντάι, ο θάνατος φάνταζε προτιμότερος από αυτό.