Выбрать главу

«Θα γίνει κάποια γιορτή σε τέσσερις μέρες», του είπε ζωηρά, «κατά τη διάρκεια της ημισελήνου. Για κάποιον λόγο, την αποκαλούν η Μέρα της Μετάνοιας, αλλά θα υπάρχουν και χοροί. Ήρεμοι χοροί, απ' ό,τι ακούω, αλλά κάθε είδος είναι ευπρόσδεκτο». Τοποθετώντας προσεκτικά μια λεπτή δερμάτινη λωρίδα μέσα στο βιβλίο, το τοποθέτησε στο πάτωμα δίπλα της. «Μου φαίνεται πως ήρθε η ώρα να φτιάξω ένα φόρεμα της προκοπής. Θα στρώσω τη ράφτρα στη δουλειά σήμερα. Εννοώ, αν θέλεις να χορέψεις μαζί μου».

Τράβηξε το βλέμμα του από πάνω της και το έριξε σε έναν δίσκο καλυμμένο με ύφασμα, δίπλα στις ψηλές πόρτες. Και μόνο η σκέψη του φαγητού τού προκαλούσε ναυτία. Η Ναντέρα δεν έπρεπε να επιστρέψει σε κανέναν να περάσει, που να καιγόταν! Πόσω μάλλον στη Μιν. Δεν την είχε αναφέρει ονομαστικά, αλλά είχε δώσει στη γυναίκα να καταλάβει πως δεν ήθελε κανέναν! «Μιν... Δεν... δεν ξέρω τι να πω. Εγώ...»

«Βοσκέ, μοιάζεις σαν να σου επιτέθηκαν σκυλιά. Τώρα καταλαβαίνω γιατί είχε λυσσάξει η Αλάνα, αν και δεν βλέπω με ποιον τρόπο το ήξερε. Ουσιαστικά, με παρακάλεσε να σου μιλήσω, αφού οι Κόρες την απέπεμψαν για πέμπτη φορά. Η Ναντέρα δεν θα άφηνε ούτε εμένα να μπω, αν δεν ανησυχούσε τόσο πολύ επειδή δεν τρως, αλλά, ακόμα κι έτσι, χρειάστηκαν μερικά παρακάλια. Μου χρωστάς πολλά, επαρχιωτόπουλο».

Ο Ραντ μόρφασε. Εικόνες του εαυτού του άστραψαν στο μυαλό του· να της ξεσκίζει τα ρούχα και να πέφτει πάνω της σαν άμυαλο κτήνος. Της χρωστούσε περισσότερα απ' όσα μπορούσε να ξεπληρώσει. Περνώντας το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του, ζόρισε τον εαυτό του να γυρίσει να την κοιτάξει. Η κοπέλα είχε διπλώσει τα πόδια της και καθόταν σταυροπόδι στο κάθισμα, ακουμπώντας τις γροθιές της πάνω στα γόνατά της. Πώς ήταν δυνατόν να τον κοιτάζει με τόση ηρεμία; «Μιν, δεν έχω καμιά δικαιολογία για όσα έκανα. Αν υπάρχει δικαιοσύνη, είμαι έτοιμος να πάω στην αγχόνη. Αν γίνεται, προτιμώ να βάλω ο ίδιος τη θηλιά γύρω από τον λαιμό μου. Στο ορκίζομαι». Τα λόγια του έκρυβαν πικρία. Ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας, κι η κοπέλα θα έπρεπε να περιμένει για την απονομή δικαιοσύνης μέχρι την Τελευταία Μάχη. Τι βλάκας που ήταν, να θέλει να ζήσει και μετά την Τάρμον Γκάι'ντον. Δεν το άξιζε.

«Για ποιο πράγμα μιλάς, βοσκέ;» τον ρώτησε μαλακά.

«Μιλάω για όσα σού έκανα», μούγκρισε ο Ραντ. Πώς μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο σε οποιαδήποτε κι ειδικά σ' αυτήν; «Μιν, ξέρω πόσο δύσκολο σού είναι να βρίσκεσαι στον ίδιο χώρο με μένα». Πώς ήταν δυνατόν να μην ανακαλέσει την απαλή αίσθησή της, τη μεταξένια υφή της επιδερμίδας της; Αφού πρώτα τής είχε ξεσκίσει τα ρούχα. «Ποτέ μου δεν πίστευα ότι ήμουν ένα ζώο, ένα τέρας». Μα ήταν. Σιχαινόταν τον εαυτό του για όλα όσα είχε κάνει. Και τον σιχαινόταν ακόμα περισσότερο επειδή ήθελε να τα ξανακάνει. «Η μόνη δικαιολογία που έχω είναι η τρέλα. Η Κάντσουεϊν είχε δίκιο. Όντως, άκουγα φωνές. Τη φωνή του Λουζ Θέριν, όπως νόμιζα. Μπορείς να...; Όχι, όχι, δεν έχω κανένα δικαίωμα να σου ζητώ συγχώρεση. Ωστόσο, θέλω να ξέρεις πόσο λυπάμαι, Μιν». Πράγματι, λυπόταν. Και τα χέρια του ποθούσαν να διατρέξουν τη γυμνή της πλάτη και να αγγίξουν τους γοφούς της. Ήταν όντως ένα τέρας. «Λυπάμαι πολύ. Αν μη τι άλλο, θέλω να το ξέρεις».

Η Μιν παρέμενε ακίνητη, κοιτώντας τον σαν να μην τον είχε ξαναδεί ποτέ. Τώρα, μπορούσε να σταματήσει την προσποίηση, μπορούσε να του πει τι πραγματικά πίστευε για το άτομό του. Όσο εξευτελιστικό κι αν ήταν αυτό που θα του έλεγε, αποκλείεται να ήταν ικανοποιητικά εξευτελιστικό.

«Ώστε γι' αυτό με κρατούσες μακριά», του είπε τελικά. «Άκου με τώρα, ξεροκέφαλε βλάκα. Ήμουν έτοιμη να ξεσπάσω σε κλάματα με τόσους θανάτους γύρω μου, όπως κι εσύ άλλωστε, για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Αυτό που κάναμε, αθώε μου αμνέ, ήταν ότι προσφέραμε παρηγοριά ο ένας στον άλλον, όπως κάνουν οι φίλοι σε παρόμοιες περιστάσεις. Πάψε, λοιπόν, Κοκκινοτρίχη των δύο Ποταμών».

Κι ο Ραντ έπαψε, αλλά μόνο για να ξεροκαταπιεί. Νόμιζε πως τα μάτια του θα έπεφταν στις πέτρες του δαπέδου και σχεδόν πλατάγισε, προσπαθώντας να μιλήσει. «Παρηγοριά; Μιν, αν ο Κύκλος των Γυναικών στην πατρίδα άκουγε ότι αυτό που κάναμε εμείς το αποκαλούμε παρηγοριά, θα τσακώνονταν για το ποια θα μας έγδερνε πρώτη».

«Τώρα, τουλάχιστον, γίναμε "εμείς" αντί για "εγώ"», είπε η Μιν κακόκεφα. Σηκώθηκε απαλά και προχώρησε προς το μέρος του, κουνώντας με μανία το δάχτυλό της. «Τι νομίζεις ότι είμαι, αγροτόπαιδο, καμιά κούκλα; Ή νομίζεις πως είμαι τόσο ηλίθια, που δεν θα σου το έδινα να καταλάβεις, αν δεν ήθελα να με αγγίξεις; Πιστεύεις ότι δεν θα σ' το ξεκαθάριζα πρωτύτερα;» Με το ελεύθερο χέρι της τράβηξε ένα μαχαίρι από το πανωφόρι της, το κράτησε σταθερά κι επιδεικτικά για λίγο κι έπειτα το ξανάβαλε μέσα δίχως να σταματήσει στιγμή το ξέσπασμά της. «Θυμάμαι που σου τράβηξα απότομα την πουκαμίσα, την έσκισα σχεδόν, επειδή δεν μπορούσες να τη βγάλεις αρκετά γρήγορα πάνω από το κεφάλι σου. Όπως βλέπεις, καθόλου δεν ήθελα να με αγγίξουν τα χέρια σου! Μαζί σου, έκανα ό,τι δεν έχω ξανακάνει με άντρα -και μη νομίσεις πως δεν μπήκα ποτέ στον πειρασμό!- και λες ότι φταις εσύ σαν να μην ήμουν παρούσα;»