«Εντάξει, κι ο Ρούαρκ αγαπάει περισσότερες από μια γυναίκες», του απάντησε. Το χαμόγελό της ήταν σχεδόν τόσο γαλήνιο όσο μιας Άες Σεντάι. «Το ίδιο κι ο Μπάελ, και δεν πρόσεξα να έχουν φυτρώσει κέρατα των Τρόλοκ σε κάποιον από τους δύο. Όχι, Ραντ, με αγαπάς και δεν μπορείς να κάνεις πίσω. Σίγουρα, θα έπρεπε να σε κρεμάσω ανάποδα για όσα με έχεις αναγκάσει να περάσω, αλλά... Απλά, για να ξέρεις, κι εγώ σ' αγαπώ». Το χαμόγελο χάθηκε και φάνηκε ένα συνοφρύωμα που υποδήλωνε εσωτερική πάλη. Τελικά, η Μιν αναστέναξε. «Μερικές φορές σκέφτομαι πως η ζωή θα ήταν πολύ πιο εύκολη, αν οι θείες μου δεν με είχαν αναθρέψει έτσι ώστε να είμαι δίκαιη», μουρμούρισε. «Και για να είμαι δίκαιη, Ραντ, πρέπει να σου πω πως κι η Ηλαίην σε αγαπάει. Το ίδιο κι η Αβιέντα. Αν κι οι δύο γυναίκες του Μαντελαίν μπορούν να τον αγαπούν εξίσου, υποθέτω πως τρεις γυναίκες μπορούν να τα καταφέρουν με σένα. Όμως εγώ είμαι εδώ τώρα, κι αν προσπαθήσεις να με στείλεις μακριά, θα δεθώ στο πόδι σου». Σούφρωσε τη μύτη της. «Αρκεί να κάνεις ένα μπάνιο πρώτα. Πάντως, δεν πρόκειται να φύγω, ό,τι κι αν λες».
Το κεφάλι του γύριζε σαν σβούρα. «Με... αγαπάς;» είπε δύσπιστα. «Πώς μπορείς να ξέρεις τι αισθάνεται η Ηλαίην; Τι ξέρεις για την Αβιέντα; Μα το Φως! Ο Μαντελαίν μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, Μιν, Εγώ δεν είμαι Αελίτης». Την κοίταξε βλοσυρά. «Τι εννοούσες όταν είπες πως μου λες τα μισά απ' όσα βλέπεις; Νόμιζα πως μου αναφέρεις τα πάντα. Κι εκεί που σε στέλνω υπάρχει ασφάλεια. Σταμάτα να σουφρώνεις τη μύτη σου! Δεν βρωμάω!» Τράβηξε έξω το χέρι με το οποίο ξυνόταν κάτω από το πανωφόρι του.
Τα ανασηκωμένα της φρύδια δήλωναν ξεκάθαρα τι αισθανόταν, αλλά φυσικά και το στόμα της έπρεπε να παίξει τον ρόλο του. «Πώς τολμάς να δίνεις αυτή τη χροιά στη φωνή σου; Λες και δεν το πιστεύεις;» Ξαφνικά, η φωνή της υψώθηκε και κόλλησε ένα δάχτυλο πάνω στο στήθος του, σαν να σκόπευε να το διαπεράσει. «Πιστεύεις πως θα πήγαινα στο κρεβάτι με έναν άντρα που δεν αγαπώ; Το πιστεύεις αυτό; Ή μήπως νομίζεις πως δεν αξίζεις να αγαπιέσαι; Αυτό είναι;» Έκανε έναν ήχο σαν γάτα που της πάτησαν την ουρά. «Ώστε δεν είμαι παρά ένα μικρό κι άμυαλο κοριτσάκι που ερωτεύτηκε έναν άχρηστο αγροίκο, έτσι; Κι εσύ κάθεσαι εκεί, χάσκοντας σαν άρρωστο βόδι κι αμφιβάλλοντας για τη νοημοσύνη μου, για το γούστο μου, για...»
«Αν δεν πάψεις να λες βλακείες», γρύλισε ο Ραντ, «σου ορκίζομαι πως θα φας ξύλο στα πισινά!» Τα λόγια αυτά φάνηκαν να του ξεφεύγουν από το πουθενά, απόρροια αϋπνίας και σύγχυσης, αλλά πριν προλάβει να της ζητήσει συγγνώμη, η Μιν χαμογέλασε. Χαμογέλασε!
«Τουλάχιστον, δεν είσαι πια κατσούφης», του είπε. «Σταμάτα να μυξοκλαίς διαρκώς, Ραντ. Δεν είσαι καλός σε αυτό. Λοιπόν, θες να μιλήσουμε λογικά; Σε αγαπώ και δεν πρόκειται να πάω πουθενά. Αν προσπαθήσεις να με διώξεις, θα πω στις Κόρες πως με λεηλάτησες και με πέταξες. Θα το πω παντού, θα...»
Ο Ραντ ανασήκωσε το δεξί του χέρι και κοίταξε προσεκτικά την επίπεδη παλάμη του, στο σημείο που ξεχώριζε καθαρά ο αποτυπωμένος ερωδιός. Κατόπιν, κοίταξε τη γυναίκα. Εκείνη έριξε μια επιφυλακτική ματιά στο χέρι του και μετακινήθηκε πάνω στα γόνατά του. Έπειτα, με τρόπο ιδιαίτερα προκλητικό, αγνόησε τα πάντα εκτός από το πρόσωπό του.
«Δεν θα φύγω, Ραντ», είπε ήρεμα. «Με χρειάζεσαι».
«Πώς το κάνεις;» αποκρίθηκε αυτός αναστενάζοντας, και βυθίστηκε περισσότερο στο κάθισμά του. «Έχεις έναν τρόπο να κάνεις τα προβλήματά μου να συρρικνώνονται, με τα μάτια κλειστά».
Η Μιν ρουθούνισε. «Τότε, πρέπει να γίνεται συχνότερα αυτό. Μίλησε μου τώρα γι' αυτήν την Αβιέντα. Υποθέτω πως δεν είναι κοκαλιάρα και σημαδεμένη όπως η Ναντέρα».
Ο Ραντ γέλασε άθελά του. Μα το Φως, πόσος καιρός είχε περάσει από την τελευταία φορά που είχε γελάσει με την καρδιά του; «Θα έλεγα, Μιν, ότι είναι εξίσου όμορφη με σένα, αλλά πώς μπορείς να συγκρίνεις δύο ηλιοβασιλέματα;»
Για μια στιγμή τον κοίταξε χαμογελώντας αχνά, λες και δεν μπορούσε να αποφασίσει αν έπρεπε να εκπλαγεί ή να ικανοποιηθεί. «Είσαι ένας πολύ επικίνδυνος άντρας, Ραντ αλ'Θόρ», μουρμούρισε γέρνοντας αργά προς το μέρος του. Ο Ραντ νόμισε πως θα χανόταν για πάντα μέσα στο βλέμμα της. Πόσες φορές στο παρελθόν, όταν εκείνη καθόταν στα γόνατά του και τον φιλούσε, πόσες φορές είχε σκεφτεί ότι το μόνο που έκανε αυτή η κοπέλα ήταν να χάϊδολογάει ένα επαρχιωτόπουλο, πόσες φορές συγκρατήθηκε, για να μην παραδοθεί πλήρως κι αρχίσει να τη φιλάει κι ο ίδιος χωρίς τελειωμό. Τώρα, αν τον ξαναφιλούσε...
Την έπιασε σταθερά από τα χέρια, σηκώθηκε όρθιος και τη στύλωσε στα πόδια της. Την αγαπούσε και τον αγαπούσε κι εκείνη, αλλά έπρεπε να θυμάται ταυτόχρονα πως ήθελε εξίσου παθιασμένα να φιλήσει την Ηλαίην και την Αβιέντα. Ό,τι και να έλεγε η Μιν για τον Ρούαρκ ή για οποιονδήποτε άλλον Αελίτη, δεν είχε υπολογίσει σωστά τη μέρα που τον ερωτεύτηκε. «Είπες ότι μου λες τα μισά, Μιν», της είπε σιγανά. «Τι είναι αυτές οι εικόνες για τις οποίες δεν μου μίλησες;»