Τον κοίταξε με βλέμμα που θα μπορούσε να σημαίνει απογοήτευση, μόνο που δεν ήταν ακριβώς έτσι. «Είσαι ερωτευμένη με τον Αναγεννημένο Δράκοντα, Μιν Φάρσοου», είπε κάπως γκρινιάρικα, «και καλύτερα να το θυμάσαι. Αυτό ισχύει και για σένα, Ραντ», συμπλήρωσε κι αποτραβήχτηκε. Ο Ραντ την άφησε να φύγει απρόθυμα, ανυπόμονα ίσως. Δεν ήξερε τι από τα δύο. «Βρίσκεσαι ήδη μισή βδομάδα στην Καιρχίν και δεν έκανες ακόμα τίποτα για τους Θαλασσινούς. Η Μπερελαίν πιστεύει πως είσαι αναποτελεσματικός, γι' αυτό μού άφησε ένα γράμμα ζητώντας μου να σου το υπενθυμίσω, αλλά εσύ δεν με άφησες να... Τέλος πάντων, άσ' το αυτό. Η Μπερελαίν πιστεύει πως ο λαός της είναι σημαντικός για σένα. Λέει πως εσύ θα εκπληρώσει μια δική τους προφητεία».
«Τα γνωρίζω όλα αυτά, Μιν. Εγώ...» Είχε σκεφτεί πως θα ήταν καλό να μην ανακατέψει τους Θαλασσινούς. Απ' όσο ήξερε, δεν αναφέρονταν πουθενά στις Προφητείες του Δράκοντα. Αν, όμως, σκόπευε να επιτρέψει στη Μιν να παραμείνει κοντά του και να ριψοκινδυνεύσει... Συνειδητοποίησε ξαφνικά πως η κοπέλα είχε κερδίσει. Είχε παρακολουθήσει την Ηλαίην να φεύγει κι η καρδιά του κόντευε να σπάσει, είχε δει την Αβιέντα να απομακρύνεται κι ένιωθε έναν κόμπο στο στομάχι του. Δεν ήθελε να ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Η Μιν στεκόταν εκεί περιμένοντας. «Θα πάω στο πλοίο τους. Σήμερα. Οι Θαλασσινοί θα γονατίσουν μπροστά στο μεγαλείο του Αναγεννημένου Δράκοντα. Υποθέτω πως δεν ελπίζουν σε κάτι άλλο. Ή θα με ακολουθήσουν ή θα γίνουν εχθροί μου. Κάπως έτσι είναι πάντα αυτά τα πράγματα. Θα μου πεις γι' αυτές τις εικόνες τώρα;»
«Ραντ, θα έπρεπε να τους μελετήσεις πριν...»
«Οι εικόνες;»
Η Μιν σταύρωσε τα χέρια της και τον κοίταξε βλοσυρά μέσα από τα ματοτσίνορά της. Δάγκωσε το κάτω χείλος της και κοίταξε συνοφρυωμένη την πόρτα. Κούνησε το κεφάλι της και μουρμούρισε κάτι από μέσα της. Τελικά είπε: «Υπερβάλλω. Μόνο μια εικόνα υπάρχει. Είδα εσένα μαζί με έναν άλλον άντρα. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω πρόσωπα, αλλά ήμουν σίγουρη πως ο ένας ήσουν εσύ. Αγγιζόσασταν, κι ήταν σαν να συγχωνευόταν ο ένας μέσα στον άλλον και...» Το στόμα της σφίχτηκε ανήσυχα, κι η κοπέλα συνέχισε με πολύ χαμηλωμένη φωνή. «Δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνει, Ραντ. Ίσως ότι ο ένας πεθαίνει κι ο άλλος όχι, αλλά... Γιατί χαμογελάς; Δεν είναι αστείο, Ραντ. Δεν ξέρω ποιος από τους δύο πεθαίνει».
«Χαμογελάω επειδή μου έφερες πολύ καλά νέα», της απάντησε αγγίζοντάς τη στο μάγουλο. Ο άλλος έπρεπε να είναι ο Λουζ Θέριν. Δεν είμαι ένας τρελός που ακούει φωνές, σκέφτηκε χαρούμενα. Ο ένας ζούσε κι ο άλλος πέθαινε, αλλά γνώριζε εδώ και καιρό ότι επρόκειτο να πεθάνει. Αν μη τι άλλο, δεν ήταν τρελός ή, τουλάχιστον, όχι όσο φοβόταν. Να, λοιπόν, που διατηρούσε ακόμα έναν υποτυπώδη αυτοέλεγχο. «Βλέπεις, εγώ...»
Συνειδητοποίησε ξαφνικά πως πλέον δεν την άγγιζε στο μάγουλο, αλλά κρατούσε το πρόσωπό της στα χέρια του. Τα τράβηξε μακριά σαν να είχε καεί. Η Μιν σούφρωσε τα χείλη της και τον κοίταξε επιτιμητικά, πράγμα που εκείνος δεν σκόπευε να εκμεταλλευτεί. Δεν ήταν δίκαιο απέναντι της. Ευτυχώς, το στομάχι του άρχισε να γουργουρίζει ηχηρά.
«Αν πρόκειται να συναντήσω τους Θαλασσινούς, κάτι πρέπει να φάω πρώτα. Κάπου είδα έναν δίσκο...»
Η Μιν έκανε έναν ήχο που έμοιαζε πιότερο με ξεφύσημα παρά με ρουθούνισμα καθώς ο Ραντ απομακρύνθηκε από κοντά της, αλλά την επόμενη στιγμή η γυναίκα κατευθύνθηκε προς τις ψηλές πόρτες. «Αν πρόκειται να συναντήσουμε τους Θαλασσινούς, πρέπει να κάνεις ένα μπάνιο».
Η Ναντέρα φάνηκε ευχαριστημένη κι ένευσε με ενθουσιασμό στις Κόρες. Ωστόσο, έσκυψε προς το μέρος της Μιν, λέγοντας: «Έπρεπε να σου έχω επιτρέψει να περάσεις από την πρώτη μέρα κιόλας. Ήθελα να τον αρχίσω στις κλωτσιές, αλλά δεν είναι σωστό να κάνεις κάτι τέτοιο στον Καρ'α'κάρν». Ο τόνος της φωνής της, όμως, υπονοούσε πως αυτό θα ήταν το σωστό. Μιλούσε σιγανά, αλλά όχι τόσο ώστε να μην την ακούει ο Ραντ, ο οποίος ήταν σίγουρος πως η γυναίκα το έκανε επίτηδες. Η Ναντέρα αρκέστηκε να τον αγριοκοιτάξει.
Οι Κόρες έσυραν μόνες τους τη μεγάλη χάλκινη μπανιέρα, χειρομιλώντας και γελώντας καθώς την έστηναν. Η εγρήγορσή τους ήταν τόση, που δεν άφηναν τις υπηρέτριες του Παλατιού του Ήλιου να κάνουν αυτή τη δουλειά ή να φέρουν τους κουβάδες που ήταν γεμάτοι καυτό νερό. Ο Ραντ δυσκολεύτηκε να βγάλει τα ρούχα του. Επιπλέον, δυσκολευόταν να πλυθεί, κι έτσι δεν απέφυγε το λούσιμο της Ναντέρα. Η ξανθομάλλα Σομάρα κι η κοκκινομάλλα Ενάιλα επέμεναν πως έπρεπε να τον ξυρίσουν, έτσι όπως καθόταν μισοβυθισμένος μέσα στην μπανιέρα, ιδιαίτερα συγκεντρωμένες από φόβο μήπως έκοβαν κατά λάθος τον λαιμό του. Ήταν συνηθισμένος κι από άλλες φορές που δεν τον άφηναν να χρησιμοποιήσει βούρτσα και ξυράφι. Εξίσου συνηθισμένος ήταν στις Κόρες που κάθονταν ακίνητες γύρω του και προσφέρονταν να του τρίψουν την πλάτη ή τα πόδια, με τα χέρια τους να κινούνται αστραπιαία στο σιωπηλό κουβεντολόι αναμεταξύ τους, σκανδαλισμένες σχεδόν στη θέα κάποιου που καθόταν στο νερό. Μερικές φορές, κατάφερνε να απαλλαγεί από κάποιες στέλνοντάς τες σε διάφορα θελήματα.