Выбрать главу

Όμως δεν ήταν συνηθισμένος στη Μιν. Η κοπέλα καθόταν σταυροπόδι πάνω στο κρεβάτι, με το πηγούνι ακουμπισμένο στα χέρια της, παρακολουθώντας τα δρώμενα με έκδηλο ενδιαφέρον. Μέσα σε όλο αυτό το πλήθος των Κορών, ο Ραντ δεν αντιλήφθηκε πως η Μιν ήταν εκεί, παρά μόνο αφού βρέθηκε γυμνός, και το μόνο που μπορούσε να κάνει τότε ήταν να καθίσει βιαστικά μέσα στο νερό, χύνοντας μια ποσότητα από τις άκρες της μπανιέρας. Αυτή η γυναίκα θα τα πήγαινε μια χαρά ακόμα κι ως Κόρη. Συζητούσε ανοιχτά με τις Κόρες γι' αυτόν δίχως ίχνος ντροπής! Αυτός, αντίθετα, είχε κοκκινίσει.

«Ναι, είναι πολύ μετριοπαθής», έλεγε συμφωνώντας με τη Μάλιντερ, μια γυναίκα στρουμπουλή όσο λίγες Κόρες, με τα πιο σκουρόχρωμα μαλλιά που είχε δει ποτέ ο Ραντ σε Αελίτισσα. «Η μετριοπάθεια είναι ένα μεγαλόπρεπο στέμμα στο κεφάλι κάθε άντρα». Η Μάλιντερ ένευσε σοβαρά, αλλά το χαμόγελο της Μιν κόντευε να φθάσει από το ένα αυτί στο άλλο.

Και «Ω, όχι Ντομέιλ, κρίμα είναι να χαλάσουμε ένα τόσο χαριτωμένο πρόσωπο με μια ουλή». Η Ντομέιλ, πιο γκριζομάλλα από τη Ναντέρα, πιο ισχνή και με πεταχτό πηγούνι, επέμενε πως ο Ραντ δεν θα ήταν αρκετά χαριτωμένος δίχως, ένα σημάδι να αναδεικνύει την ομορφιά του. Αυτά ήταν τα λόγια της. Τα υπόλοιπα ήταν ακόμα χειρότερα. Φαίνεται πως οι Κόρες απολάμβαναν να τον κάνουν να κοκκινίζει, κάτι που ίσχυε σίγουρα για τη Μιν.

«Πρέπει να στεγνώσεις όπου να' ναι, Ραντ», του είπε κρατώντας μια μεγάλη, άσπρη πετσέτα και με τα δυο της χέρια. Στεκόταν κάπου τρία βήματα από την μπανιέρα, κι οι Κόρες είχαν σχηματίσει κύκλο και τον παρακολουθούσαν. Το χαμόγελο της Μιν ήταν τόσο αθώο, ώστε οποιοσδήποτε ειρηνοδίκης θα τη θεωρούσε ένοχη και μόνο γι’ αυτό. «Έλα να στεγνώσεις, Ραντ».

Ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει τόσο ανακουφισμένος που φορούσε τα ρούχα του.

Οι εντολές του είχαν εκτελεστεί κι όλα ήταν έτοιμα. Μπορεί ο Ραντ αλ'Θόρ να είχε βασανιστεί μέσα σε μια μπανιέρα, αλλά ο Αναγεννημένος Δράκοντας θα επισκεπτόταν τους Θαλασσινούς με έναν αέρα που θα τους ανάγκαζε να γονυπετήσουν γεμάτοι δέος.

34

Τα'βίρεν

Όλα ήταν έτοιμα στην αυλή, μπροστά στο Παλάτι του Ήλιου, όπως ακριβώς είχε διατάξει ο Ραντ. Ή σχεδόν όλα. Το φως του πρωινού ήλιου έδινε λοξή κλίση στις σκιές των κλιμακωτών πύργων, ώστε μονάχα ένας χώρος δέκα βημάτων μπροστά στις ψηλές μπρούντζινες πύλες λουζόταν από άπλετο φως. Ο Ντασίβα, ο Φλιν κι ο Ναρίσμα, οι τρεις Άσα'μαν που είχε κρατήσει μαζί του, περίμεναν πλάι στα άλογά τους. Ο Ντασίβα έμοιαζε μεγαλειώδης με το ασημένιο ξίφος και τον χρυσοκόκκινο Δράκοντα στο μαύρο πέτο, αν και συνεχώς ψαχούλευε τη λαβή του σπαθιού που είχε περασμένο στον γοφό του, λες και δεν περίμενε να το βρει εκεί. Εκατό πολεμιστές του Ντομπραίν είχαν παραταχθεί έφιπποι πίσω από τον ίδιο τον Ντομπραίν, με δύο μακρόστενα λάβαρα που έμεναν ασάλευτα καθότι δεν φυσούσε καθόλου. Η καινούργια και πρόσφατα λουστραρισμένη σκούρα πανοπλία τους στραφτάλιζε κάτω από τις ακτίνες του ήλιου, ενώ μεταξωτά σημαιάκια σε κόκκινο, λευκό και μαύρο χρώμα ήταν δεμένα κάτω από τις αιχμές των λογχών τους. Ζητωκραύγασαν μόλις ο Ραντ έκανε την εμφάνισή του, έχοντας τον τελαμώνα με την επίχρυση πόρπη που απεικόνιζε τον Δράκοντα ζωσμένο πάνω από ένα χρυσοστόλιστο κόκκινο πανωφόρι.

«Αλ'Θόρ! Αλ'Θόρ! Αλ'Θόρ!» Οι ζητωκραυγές γέμισαν την αυλή, ενώ οι φωνές ανθρώπων που συνωστίζονταν στους εξώστες των τοξοτών ενώθηκαν μαζί τους. Ήταν Δακρυνοί και Καιρχινοί, ντυμένοι στα μεταξωτά και στις δαντέλες, οι οποίοι μόλις μια βδομάδα πριν ζητωκραύγαζαν υπέρ της Κολαβήρ, αναμφίβολα με την ίδια ένταση. Άντρες και γυναίκες που, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν θα ξαναγύριζε ποτέ στην Καιρχίν, εκφράζονταν υπέρ του κουνώντας τα χέρια τους. Ο Ραντ σήκωσε το Σκήπτρο του Δράκοντα σε ένδειξη ευχαριστίας, κι εκείνοι ούρλιαξαν πιο δυνατά.

Ένας εκκωφαντικός καταιγισμός τυμπάνων και μια στριγκή μελωδία από σάλπιγγες υψώνονταν ανάμεσα στις επευφημίες· τα είχαν δημιουργήσει δώδεκα από τους άντρες του Ντομπραίν, οι οποίοι φορούσαν πορφυρούς χιτώνες με τον ασπρόμαυρο δίσκο στο στήθος. Οι μισοί κουβαλούσαν μεγάλες σάλπιγγες, σκεπασμένες με πανομοιότυπα υφάσματα, κι οι άλλοι μισοί μεταλλικά κρουστά όργανα, επίσης διακοσμημένα, που κρέμονταν από τα πλάγια των αλόγων. Πέντε Άες Σεντάι, φορώντας τα επώμιά τους, ήρθαν να συναντήσουν τον Ραντ καθώς εκείνος κατέβαινε τις πλατιές σκάλες. Για την ακρίβεια, πήγαν σχεδόν αιωρούμενες προς το μέρος του. Η Αλάνα τον κοίταξε εξεταστικά, με εκείνα τα μεγάλα σκοτεινά και διαπεραστικά μάτια -αυτός ο μικροσκοπικός όζος από συναισθήματα μέσα στο κεφάλι του τον πληροφορούσε πως η κοπέλα ήταν πιο ήρεμη και χαλαρή από ποτέ- κι έπειτα έκανε μια αδιόρατη κίνηση. Η Μιν τον άγγιξε στο μπράτσο και πήγε μαζί της. Η Μπέρα κι οι υπόλοιπες έκαναν ελαφρές υποκλίσεις, ενώ οι Αελίτισσες ξεχύνονταν από το παλάτι πίσω του. Η Ναντέρα ηγούνταν διακοσίων Κορών -δεν σκόπευαν να επισκιαστούν από τους «καταπατητές των όρκων»— κι η Καμάρ, μια ψηλόλιγνη Κυρτή Κορυφή του Νταράυν, πιο γκρίζα από τη Ναντέρα και μισό κεφάλι ψηλότερη από τον Ραντ, ηγούνταν διακοσίων Σέια Ντουν που δεν επισκιάζονταν από τις Φαρ Ντάραϊς Μάι, πόσω μάλλον από τους Καιρχινούς. Παρατάχθηκαν αμφοτέρωθεν του Ραντ και των Άες Σεντάι, κυκλώνοντας την αυλή. Η Μπέρα που καμάρωνε σαν σύζυγος αγρότη, κι η Αλάνα που έμοιαζε με κάποια σκοτεινή κι όμορφη βασίλισσα, φορώντας τα επώμια με τα πρασινωπά κρόσσια, καθώς κι η παχουλή Ραφέλα, ακόμα πιο σκοτεινή, έτσι όπως ήταν τυλιγμένη στο σκούρο μπλε φόρεμα της, τον παρακολουθούσαν με ανησυχία. Υπήρχε ακόμα η Φέλντριν, μία ακόμα Πράσινη, με ψυχρά μάτια και τις λεπτές της μπούκλες στολισμένες με πολύχρωμες χάντρες, όπως κι η λεπτόκορμη Μεράνα, ντυμένη στα γκρίζα, η βλοσυρή έκφραση της οποίας έκανε τη Ραφέλα να μοιάζει με την προσωποποίηση της γαλήνης των Άες Σεντάι. Πέντε τον αριθμό.