Καθώς ο Ραντ καβαλίκευε το ζώο, η Μιν έφερε τη σκουρόχρωμη φοράδα της και φόρεσε τα εφαρμοστά γάντια ιππασίας προτού καθίσει στη σέλα. «Η Σέιρα είναι θαυμάσιο ζωντανό», είπε, χτυπώντας χαϊδευτικά τον ανασηκωμένο λαιμό της φοράδας. «Μακάρι να ήταν δικιά μου. Μου αρέσει και το όνομά της. Έτσι αποκαλούμε ένα λουλούδι σε χρώμα λουλακί, που φυτρώνει την άνοιξη σε όλο το Μπάερλον».
«Είναι δικιά σου», είπε ο Ραντ. Σε όποια Άες Σεντάι κι αν ανήκε το ζώο, δεν θα αρνιόταν να του την πουλήσει. Θα έδινε στην Κιρούνα χίλιες κορώνες για τον Ταϊ’ντάισαρ, κι αυτή δεν θα είχε κανένα παράπονο. Ο καλύτερος επιβήτορας από γνήσια Δακρυνή ράτσα δεν κόστιζε ούτε το ένα δέκατο της τιμής. «Συζητήσατε κάτι ενδιαφέρον με την Αλάνα;»
«Τίποτα που να σε αφορά», του απάντησε κάπως απροετοίμαστη. Ωστόσο, ένα αμυδρό κοκκίνισμα έβαψε τα μάγουλά της.
Ο Ραντ ρουθούνισε ελαφρά κι ύψωσε τη φωνή του. «Άρχοντα Ντομπραίν, νομίζω πως έχω αφήσει τους Θαλασσινούς να περιμένουν πολύ καιρό».
Η πομπή ξεσήκωνε τα πλήθη κατά μήκος των πλατιών λεωφόρων και, καθώς τα νέα μεταδίδονταν από στόμα σε στόμα, τα παράθυρα κι οι στέγες γέμιζαν από κόσμο. Είκοσι από τους λογχοφόρους του Ντομπραίν οδηγούσαν την πομπή, για να ανοίγουν δρόμο, μαζί με τριάντα Κόρες κι άλλα τόσα Μαύρα Μάτια. Όλοι τους ακολουθούνταν από τυμπανιστές που παρήγαν μια βροντερή υπόκρουση -ντρουμ, ντρουμ, ντρουμ, ΝΤΡΟΥΜ, ΝΤΡΟΥΜ- κι από σαλπιγκτές που έστιζαν τον ρυθμό με τις παρεμβάσεις τους. Οι φωνές των παρευρισκομένων έπνιγαν σχεδόν τους ήχους των οργάνων, σε έναν βρυχηθμό χωρίς λόγια, που θα μπορούσε να εκληφθεί τόσο ως οργή, όσο κι ως επιδοκιμασία. Τα λάβαρα ανέμιζαν μπροστά από τον Ντομπραίν και πίσω από τον Ραντ -το Λάβαρο του λευκού Δράκοντα και το πορφυρό Λάβαρο του Φωτός- ενώ οι καλυμμένες με πέπλα Αελίτισσες βάδιζαν παράλληλα με τους λογχοφόρους, των οποίων τα σημαιάκια κυμάτιζαν. Πού και πού, ο λαός πετούσε λουλούδια στον Ραντ. Τελικά, ίσως δεν τον μισούσαν· ίσως, απλώς, να τον φοβούνταν. Καλύτερα έτσι.
«Πομπή άξια ενός βασιλιά», είπε δυνατά η Μεράνα, για να ακουστεί.
«Αρκετή, λοιπόν, για τον Αναγεννημένο Δράκοντα», αποκρίθηκε κοφτά ο Ραντ. «Μπορείς να μείνεις λίγο πίσω; Κι εσύ, Μιν». Κάποιες άλλες στέγες είχαν κρύψει δολοφόνους στο παρελθόν. Θα ήταν κρίμα, αν εκείνη τη μέρα το βέλος ή το βλήμα κάποιας βαλλίστρας που προοριζόταν για τον ίδιο, πετύχαινε κάποια γυναίκα.
Πράγματι, οι δυο τους έμειναν σε απόσταση τριών βημάτων πίσω από το μεγάλο μαύρο του άτι, κι έπειτα βρέθηκαν ξανά δίπλα του, με τη Μιν να του μιλάει για όσα είχε γράψει η Μπερελαίν σχετικά με τους Θαλασσινούς, για την Προφητεία Τζεντάι και τον Κοραμούρ, ενώ η Μεράνα πρόσθετε τις δικές της γνώσεις σχετικά με την προφητεία, παρ’ όλο που παραδεχόταν πως ήξερε ελάχιστα περισσότερα από τη Μιν.
Ο Ραντ τις άκουγε με μισό αυτί, γιατί παρακολουθούσε τις οροφές των κτηρίων. Δεν είχε αδράξει το σαϊντίν, αλλά το ένιωθε στον Ντασίβα και στους άλλους δύο, ακριβώς από πίσω του. Δεν αισθανόταν το χαρακτηριστικό μυρμήγκιασμα το οποίο μαρτυρούσε πως οι Άες Σεντάι είχαν αγκαλιάσει την Πηγή, κάτι που τους είχε πει να μην κάνουν χωρίς την άδειά του. Ίσως έπρεπε να τα αλλάξει όλα αυτά, καθότι έμοιαζαν πιστές στους όρκους τους. Πώς θα μπορούσαν να μην είναι, άλλωστε; Ήταν Άες Σεντάι. Το αστείο θα ήταν να δολοφονηθεί από τη λάμα ενός φονιά την ώρα που κάποια αδελφή θα αναλογιζόταν κατά πόσον το να υπηρετεί σημαίνει ότι έχει υποχρέωση να τον σώσει ή το να υπακούει σημαίνει ότι δεν μπορεί να διαβιβάσει.
«Γιατί γελάς;» τον ρώτησε η Μιν. Η Σέιρα πλησίασε και του χαμογέλασε.
«Το ζήτημα δεν είναι για γέλια, Άρχοντα Δράκοντα», είπε καυστικά η Μεράνα από την άλλη μεριά. «Οι Άθα'αν Μιέρε έχουν πολλές ιδιαιτερότητες. Όπως όλος ο κόσμος, είναι πολύ λεπτολόγοι όσον αφορά στις προφητείες τους».
«Ο κόσμος είναι για γέλια», της απάντησε ο Ραντ. Η Μιν γέλασε μαζί του, αλλά η Μεράνα ρουθούνισε περιφρονητικά κι επανήλθε στο θέμα των Θαλασσινών.
Κοντά στον ποταμό, τα ψηλά τείχη της πόλης έφταναν σχεδόν μέχρι το νερό, πλευροκοπώντας τις μακρόστενες προβλήτες από γκρίζα πέτρα που εκτείνονταν από την προκυμαία. Ποταμόπλοια, βάρκες και μαούνες κάθε είδους και μεγέθους ήταν δεμένες παντού, με τα πληρώματα πάνω στο κατάστρωμα να επιβλέπουν, αλλά το σκάφος που αναζητούσε ο Ραντ έμοιαζε να τον περιμένει, έτοιμο, δεμένο στη μία άκρη της προβλήτας, όπου οι εργάτες είχαν ήδη αποτραβηχτεί. Μακρουλή βάρκα, έτσι την αποκαλούσαν. Ήταν μια χαμηλή στενή σχίζα δίχως κατάρτια και μόνο με ένα κοντάρι στην πλώρη, τέσσερα βήματα ψηλή, με έναν φανό στην κορυφή κι άλλον ένα στην πρύμνη. Σχεδόν τριάντα βήματα σε μήκος κι ενισχυμένη με μακρόστενα κουπιά στα πλευρά της, δεν μπορούσε να κουβαλήσει το φορτίο ενός κανονικού πλοίου του ίδιου μεγέθους, αλλά δεν εξαρτιόταν από τον άνεμο, και με ένα ελαφρύ φύσημα είχε την ικανότητα να ταξιδεύει μέρα νύχτα ενώ οι κωπηλάτες έκαναν βάρδιες. Οι μακρουλές βάρκες ήταν κατάλληλες για τα ποτάμια, προκειμένου να μεταφέρουν σημαντικά κι επείγοντα φορτία. Έμοιαζε να είναι ό,τι πρέπει.