Выбрать главу

«Θα κρατήσουν την υπόσχεσή τους», μουρμούρισε ξαφνικά η Μιν, λες κι είχε διαβάσει τη σκέψη του. Έχοντας το μπράτσο της τυλιγμένο γύρω του και κρατώντας τον από το μανίκι και με τα δύο χέρια, διατηρούσε τον τόνο της φωνής της χαμηλό, έτσι ώστε να την ακούει μόνο αυτός. «Μόλις είδα αυτές τις πέντε πάνω στην παλάμη σου», πρόσθεσε σε περίπτωση που ο Ραντ δεν είχε καταλάβει. Δεν ήταν σίγουρος κατά πόσον μπορούσε να αποφασίσει επ' αυτού, ακόμα κι αν η Μιν το είχε δει σε εικόνα.

Δεν είχε και πολλή ώρα μπροστά του για να προσπαθήσει. Η μακρουλή βάρκα έπλεε διασχίζοντας το νερό, και λίγη ώρα αργότερα επιβράδυνε σε απόσταση κάπου είκοσι βημάτων από το κατά πολύ υψηλότερο σκάφος με την ονομασία Λευκός Αφρός. Τα τύμπανα κι οι σάλπιγγες σίγησαν, κι ο Ραντ διαβίβασε, δημιουργώντας μια γέφυρα Λέρα ενισχυμένη με Φωτιά, που συνέδεσε την κουπαστή της μακρουλής βάρκας με αυτή του πλοίου των Θαλασσινών. Έχοντας τη Μιν δίπλα του, άρχισε να τη διασχίζει. Με εξαίρεση τους Άσα’μαν, όλοι οι υπόλοιποι τον έβλεπαν να βαδίζει στο κενό.

Εν μέρει, περίμενε πως η Μιν θα παρέπαιε, αρχικά τουλάχιστον, αλλά εκείνη απλά περπατούσε πλάι του, λες και κάτω από τις πρασινωπές της μπότες υπήρχε πέτρα.

«Σε εμπιστεύομαι», του είπε σιγανά και του χαμογέλασε. Το χαμόγελο της ήταν εν μέρει ενθαρρυντικό κι εν μέρει ένδειξη διασκέδασης, επειδή για άλλη μια φορά διάβασε τη σκέψη του. Έτσι, τουλάχιστον, πίστευε ο Ραντ.

Αναρωτήθηκε κατά πόσον θα τον εμπιστευόταν, αν ήξερε πως αυτό ήταν το μέγιστο των δυνατοτήτων του στην ύφανση μιας γέφυρας. Ένα βήμα ακόμα, ένα πόδι ίσως, κι ολόκληρη η κατασκευή θα κατέρρεε με το πρώτο πάτημα. Στο σημείο εκείνο ήταν σαν να προσπαθείς να ανασηκωθείς χρησιμοποιώντας τη Δύναμη, κάτι αδύνατον δηλαδή. Ακόμα κι οι Αποδιωγμένοι δεν γνώριζαν τον λόγο, όπως δεν γνώριζαν γιατί μια γυναίκα μπορούσε να κατασκευάσει μια γέφυρα μεγαλύτερη από εκείνη ενός άντρα, μολονότι δεν διέθετε την ίδια δύναμη. Δεν ήταν θέμα βάρους· οποιοδήποτε βάρος ήταν ικανό να περάσει οποιαδήποτε γέφυρα.

Λίγο πριν φτάσει στην κουπαστή του Λευκού Αφρού, σταμάτησε κι αιωρήθηκε στον αέρα. Σύμφωνα με τις περιγραφές της Μεράνα, όσοι τον κοιτούσαν έμοιαζαν εμβρόντητοι. Μελαψές γυναίκες και γυμνόστηθοι άντρες με πολύχρωμα ζωνάρια που κρέμονταν μέχρι το γόνατο, με χρυσές ή ασημένιες αλυσίδες περασμένες γύρω από τον λαιμό τους, και σκουλαρίκια στα αυτιά τους ή στις μύτες γυναικών που φορούσαν παρδαλές μπλούζες πάνω από τα μαύρα και φαρδιά παντελόνια τους. Καμία δεν είχε την έκφραση που παίρνει μια Άες Σεντάι όταν προσπαθεί σκληρά. Τέσσερις από τις γυναίκες, παρά το ότι ήταν ξυπόλυτες όπως οι υπόλοιπες, φορούσαν στιλπνά μεταξωτά φορέματα, δύο εξ αυτών χρυσοποίκιλτα υφάσματα, κι είχαν περισσότερα περιδέραια και σκουλαρίκια από κάθε άλλη, ενώ μια αλυσίδα πάνω στην οποία ήταν περασμένα χρυσά μενταγιόν ένωνε το σκουλαρίκι με έναν κρίκο στη μία πλευρά της μύτης. Δεν έλεγαν τίποτα, απλώς κάθονταν μαζί και τον παρακολουθούσαν, με τα πρόσωπά τους αγέρωχα πάνω από μικρά διάτρητα μαλαματένια κουτιά, που κρέμονταν από αλυσίδες γύρω από τον λαιμό τους. Ο Ραντ τούς συστήθηκε.

«Είμαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Ο Κοραμούρ».

Ένας συλλογικός αναστεναγμός διαπέρασε το πλήθος, αλλά οι τέσσερις γυναίκες έμειναν ασυγκίνητες.

«Είμαι η Χαρίνε ντιν Τογκάρα Δύο Άνεμοι, Κυρά των Κυμάτων της Φατρίας Σοντάιν», ανακοίνωσε εκείνη με τα περισσότερα σκουλαρίκια, μια πανέμορφη γυναίκα με σαρκώδη χείλη, η οποία φορούσε ένα κόκκινο χρυσοποίκιλτο φόρεμα και πέντε μικρούς και χοντρούς χρυσούς κρίκους στο κάθε αυτί. Ανάμεσα στα ίσια μαύρα μαλλιά της υπήρχαν λευκές ραβδώσεις, ενώ οι γραμμές στις άκρες των ματιών της ήταν καλοσχηματισμένες. Η αίσθηση της αξιοπρέπειας που ανέδιδε ήταν εντυπωσιακή. «Ομιλώ εκ μέρους της Κυράς των Πλοίων. Αν το Φως ευαρεστείται, ο Κοραμούρ μπορεί να επιβιβαστεί». Για κάποιον λόγο, φάνηκε να τινάζεται· το ίδιο έκαναν κι οι άλλες τρεις, αλλά ίσως αυτός να ήταν ο τρόπος τους να του δώσουν την άδεια. Ο Ραντ πάτησε στο κατάστρωμα με τη Μιν, η οποία ευχήθηκε να μην περίμενε τόσο πολύ.

Άφησε τη γέφυρα να χαθεί, όπως και το σαϊντίν, αλλά σχεδόν αμέσως ένιωσε πως μια άλλη γέφυρα αντικαθιστούσε την προηγούμενη. Μέσα σε λίγη ώρα, οι Άσα’μαν κι οι Άες Σεντάι βρέθηκαν πλάι του, με τις αδελφές όχι λιγότερο εκνευρισμένες από τη Μιν, αν και μια δυο από αυτές έσιαξαν τις φούστες τους λίγο παραπάνω απ' όσο ήταν απαραίτητο. Δεν είχαν συνηθίσει ακόμα την παρουσία των Άσά’μαν, παρ' όλο που προσποιούνταν το αντίθετο.