Οι τέσσερις Θαλασσινές κοίταξαν τις Άες Σεντάι και μαζεύτηκαν κοντά-κοντά ψιθυρίζοντας. Η Χαρίνε μιλούσε περισσότερο από τις υπόλοιπες, όπως επίσης μια νεαρή κι όμορφη γυναίκα με πράσινο χρυσοποίκιλτο φόρεμα κι οκτώ σκουλαρίκια όλα κι όλα. Το ζευγάρι που φορούσε απλά μεταξωτά έκανε περιστασιακά σχόλια.
Η Μεράνα έβηξε διακριτικά και μίλησε σιγανά στον Ραντ, καλύπτοντας το στόμα με τη χούφτα της για να μην ακουστεί. «Την άκουσα να σε αποκαλεί Κοραμούρ. Απ’ όσο έχω ακούσει, οι Άθα’αν Μιέρε είναι ικανότατοι διαπραγματευτές, αλλά νομίζω πως αυτή εδώ ήδη σου έκανε ένα δώρο». Ο Ραντ ένευσε καταφατικά και κοίταξε τη Μιν, η οποία λοξοκοιτούσε τις Θαλασσινές, αλλά μόλις αντιλήφθηκε το βλέμμα του άντρα, κούνησε το κεφάλι της θλιβερά. Δεν έβλεπε τίποτα που θα μπορούσε να τον βοηθήσει.
Η Χαρίνε στράφηκε προς το μέρος τους τόσο ήρεμα, σαν να μην είχε προηγηθεί καμία βιαστική σύσκεψη. «Από δω η Σάλον ντιν Τογκάρα Πρωινή Παλίρροια, Ανεμοσκόπος της Φατρίας Σοντάιν», είπε κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση προς τη γυναίκα με το πράσινο χρυσοποίκιλτο φόρεμα, «κι από δω η Ντέρα ντιν Σελάαν Αναδυόμενο Κύμα, Κυρά των Πανιών του Λευκού Αφρού». Κάθε γυναίκα ξεχωριστά υποκλινόταν ελαφρά μόλις ακουγόταν το όνομά της, αγγίζοντας τα χείλη της με τα δάχτυλά της.
Η Ντέρα, μια ευπαρουσίαστη, σχεδόν μεσήλικη γυναίκα φορούσε ένα γαλανό φόρεμα και οκτώ σκουλαρίκια, τα οποία, μαζί με τον κρίκο της μύτης και την αλυσίδα που τα ένωνε, ήταν πιο κομψά από της Χαρίνε ή της Σάλον. «Σε καλωσορίζω στο πλοίο μου», είπε η Ντέρα, «κι είθε να έχεις τη χάρη του Φωτός μέχρι να αφήσεις αυτό το κατάστρωμα». Έκανε μια μικρή υπόκλιση προς το μέρος της τέταρτης γυναίκας, αυτής που ήταν ντυμένη στα κίτρινα. «Από δω η Ταβάλ ντιν Τσανάι Εννέα Γλάροι, Ανεμοσκόπος του Λευκού Αφρού». Μόνο τρεις κρίκοι κρέμονταν σε κάθε αυτί της Ταβάλ, φίνα όσο της Κυράς των Πανιών. Έμοιαζε νεότερη από τη Σάλον κι όχι μεγαλύτερη από τον ίδιον.
Η Χαρίνε ξαναπήρε τον λόγο, δείχνοντας προς την ανασηκωμένη πρύμνη του πλοίου. «Αν ευαρεστείσαι, θα μιλήσουμε στην καμπίνα μου. Ένας ανεμοπόρος δεν είναι μεγάλο σκάφος, Ραντ αλ'Θόρ, κι η καμπίνα είναι μικρή. Αν ευαρεστείσαι να έρθεις μόνος, σε διαβεβαιώνω πως είσαι απόλυτα ασφαλής». Ώστε, από το Κοραμούρ είχε περάσει στο ανεπιτήδευτο Ραντ αλ'Θόρ. Ήταν σίγουρος πως, αν μπορούσε, αυτή η γυναίκα θα έπαιρνε πίσω ό,τι είχε δώσει.
Ήταν έτοιμος να συμφωνήσει — θα έκανε τα πάντα για να τελειώνει με αυτή την υπόθεση. Η Χαρίνε είχε ήδη ξεκινήσει, κάνοντάς του νόημα να την ακολουθήσει, με τις υπόλοιπες γυναίκες να την ακολουθούν, όταν η Μεράνα έβηξε και πάλι διακριτικά.
«Οι Ανεμοσκόποι μπορούν να διαβιβάσουν», μουρμούρισε βιαστικά μέσα στην παλάμη της. «Ίσως θα έπρεπε να πάρεις μαζί σου δύο αδελφές, αλλιώς θα νομίζουν πως έχουν το πάνω χέρι».
Ο Ραντ συνοφρυώθηκε. Το πάνω χέρι; Μα... εκείνος ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας, ωστόσο... «Θα έρθω με μεγάλη μου χαρά, Κυρά των Κυμάτων, αλλά η Μιν από δω με συνοδεύει όπου κι αν πάω». Χτύπησε απαλά το χέρι της Μιν -το οποίο δεν είχε αφήσει στιγμή- κι η Χαρίνε ένευσε καταφατικά. Η Ταβάλ κρατούσε ήδη την πόρτα ανοικτή κι η Ντέρα έκανε μια μικρή υπόκλιση, κάνοντάς του νόημα να περάσει.
«Κι ο Ντασίβα, βέβαια». Ο άντρας πετάχτηκε ακούγοντας το όνομά του, λες και κοιμόταν. Αν μη τι άλλο, δεν κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια το κατάστρωμα, όπως ο Φλιν κι ο Ναρίσμα, αλλά είχε καρφώσει το βλέμμα του στις γυναίκες. Οι φήμες μιλούσαν για τα θέλγητρα, την ομορφιά και τη χάρη των Θαλασσινών, κάτι προφανές στον Ραντ -περπατούσαν σαν να ήταν έτοιμες να χορέψουν, και λικνίζονταν προκλητικά— αλλά δεν είχε φέρει τους άντρες του εδώ για να τις γλυκοκοιτάζουν. «Τα μάτια σας δεκατέσσερα!» τους είπε άγρια. Ο Ναρίσμα κοκκίνισε και στάθηκε σε στάση προσοχής, πιέζοντας τη γροθιά του στο στήθος του. Ο Φλιν απλά χαιρέτησε. Κι οι δύο, όμως, έμοιαζαν να βρίσκονται σε επιφυλακή. Για κάποιον λόγο, η Μιν τον κοίταξε έχοντας χαραγμένο στα χείλη της ένα ειρωνικό μειδίαμα.
Η Χαρίνε ένευσε κάπως πιο ανυπόμονα. Ένας άντρας ξεπήδησε από το πλήρωμα, με φουσκωτά παντελόνια από πράσινο μετάξι, κι ένα ξίφος με φιλντισένια λαβή μαζί με ένα εγχειρίδιο περασμένα μέσα από τη φαρδιά του ζώνη. Είχε περισσότερα λευκά μαλλιά από τη γυναίκα, ενώ πέντε χοντροί αλλά μικροί κρίκοι στόλιζαν το κάθε του αυτί. Η Χαρίνε τού έκανε βιαστικά νόημα να φύγει. «Όπως επιθυμείς, Ραντ αλ'Θόρ», είπε.
«Και, βέβαια», συμπλήρωσε ο Ραντ, λες και το σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή, «θα χρειαστεί να έχω μαζί μου τη Μεράνα και τη Ραφέλα». Δεν ήταν σίγουρος γιατί διάλεξε τη δεύτερη —ίσως επειδή η παχουλή Δακρυνή αδελφή ήταν η μόνη μη Πράσινη, εκτός από τη Μεράνα- αλλά, προς μεγάλη του έκπληξη, η Μεράνα χαμογέλασε επιδοκιμαστικά. Η Μπέρα επίσης ένευσε καταφατικά, όπως κι η Φέλντριν με την Αλάνα.